Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Ιστορική ομιλία του ΠτΔ Προκόπη Παυλόπουλου στην συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης - με θέμα, τον Άνθρωπο και τα Δικαιώματά του !!! ...

του ΠτΔ Προκόπη Παυλόπουλου*

Αποτελεί πια κοινό τόπο η διαπίστωση ότι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία συνιστά, στον σύγχρονο κόσμο, το σύνολο εκείνων των θεσμικών οργανωτικών βάσεων του Κράτους, το οποίο είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί πληρέστερα στην αποστολή υπεράσπισης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Όταν μιλάμε σήμερα για δημοκρατική διακυβέρνηση σε κράτη που πραγματικά αξίζουν να φέρουν το τίτλο «δημοκρατικά», εννοούμε την διακυβέρνηση υπό όρους Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Η οποία οργανώνει μέσω εκλεγμένων από τον λαό, στο πλαίσιο του θεσμικώς οργανωμένου πολυκομματισμού, εκπροσώπων την lato sensu πολιτική διακυβέρνηση, πρωτίστως και κυρίως σ’ επίπεδο νομοθετικής κι εκτελεστικής εξουσίας, βεβαίως με την ιδιομορφία εκπροσώπησης που συνεπάγεται η συγκεκριμένη ιδιοσυστασία καθεμιάς τους. Και εδώ έρχεται στην επιφάνεια, ακριβώς μέσω της έννοιας της εκλογής των εκπροσώπων του λαού κατά τη λειτουργία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, η κορυφαία σημασία της Πολιτικής Ελευθερίας.

Η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία υπερέχει καταδήλως κάθε άλλου συστήματος πολιτειακής οργάνωσης ακριβώς επειδή, ταυτοχρόνως, κατάγεται από την ιδέα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και εγγυάται την κατά τον προορισμό τους άσκησή τους. Με άλλες λέξεις υπερέχει διότι οργανώνει θεσμικό ανάχωμα κατά της αυθαίρετης άσκησης των επιμέρους δικαιωμάτων από τα κατ’ ιδίαν υποκείμενά τους, αφού ιδίως στο σύγχρονο κόσμο ο Άνθρωπος κινδυνεύει όχι μόνον από την κρατική αυθαιρεσία αλλά και από την αυθαιρεσία των συνανθρώπων του, κυρίως δε εκείνων που λόγω οικονομικής ισχύος, τουλάχιστον κατά κανόνα, ρέπουν προς μια καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων τους σε βάρος των ασθενέστερων. Αυτό το πλεονέκτημα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εξηγείται από το ότι, κατά την θεσμική και πολιτική ιδιοσυγκρασία του, ο Άνθρωπος μπορεί μεν δια της άσκησης των δικαιωμάτων του να υπερασπίζεται ελευθέρως την αξία του και να αναπτύσσει επίσης ελευθέρως την προσωπικότητά του. Όμως η αρμονική συνύπαρξη των μελών κάθε κοινωνικού συνόλου, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, απαγορεύει την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών κατά τρόπο που αποβαίνει σε βάρος από τη μια πλευρά των άλλων μελών του συνόλου τούτου και, από την άλλη, αυτού τούτου του κοινωνικού συνόλου ως ξεχωριστής θεσμικώς οντότητας.

Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται στο σύστημα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας δεν είναι, όπως εύστοχα ανέλυσε ο Karl Popper, απλώς ποιος πρέπει να κυβερνά σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή ως ο καταλληλότερος αλλά, πρωτίστως, πως πρέπει να οργανωθούν οι πολιτικοί θεσμοί (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική εξουσία), πλαισιωμένοι από καταστατικούς κανόνες δικαίου, ώστε να εμποδίζεται μια κακή ή και μη ικανή κυβέρνηση ή μια πλειοψηφική -πολιτικά κυρίαρχη- άποψη να προκαλέσει «μεγάλο κακό» στην Πολιτεία. Για το λόγο αυτό πριν απ’ όλα η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, κατά την θεμελιακή ιδιοσυστασία της, συνεπάγεται την οργάνωση και λειτουργία εξισορροποιητικών «θεσμικών αντιβάρων» («checks and balances»), τόσο έναντι της αυθαιρεσίας της κρατικής εξουσίας όσο κι έναντι της αυθαιρεσίας των άλλων μελών του κοινωνικού συνόλου. Μέσα σε αυτό το θεσμικοπολιτικό πλαίσιο η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία προϋποθέτει ότι κατά την λειτουργία των πολιτειακών οργάνων, που συγκροτούνται από εκλεγμένους εκπροσώπους, ισχύουν οι κανόνες της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας.

H Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία θωρακίζει τον Άνθρωπο, κατά την άσκηση των κανονιστικώς οργανωμένων δικαιωμάτων του, έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας μέσω των θεσμών του Κράτους Δικαίου. ...

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

Στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αφενός η ίδια η Ελευθερία και οι επιμέρους εκφάνσεις της, ήτοι τα κατ’ ιδίαν δικαιώματα, δεν ασκούνται άνευ ορίων. Και, αφετέρου και συνακόλουθα, κάθε δικαίωμα ενέχει εκ φύσεως και στοιχεία συγκεκριμένων υποχρεώσεων, πράγμα που σημαίνει ότι ουδένα δικαίωμα θεωρείται ως γνησίως αμιγές.

Ο Άνθρωπος είναι θωρακισμένος όχι μόνον έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας αλλά και έναντι της εις βάρος του αυθαίρετης άσκησης δικαιωμάτων εκ μέρους ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων. Αυτή την θεσμική εγγύηση εκφράζει η, διαρκώς διευρυνόμενη, κατοχύρωση μέσω κανόνων δικαίου -ακόμη και συνταγματικής προέλευσης- της τριτενέργειας των δικαιωμάτων, πρωτίστως δε των θεμελιωδών. Κάθε περιορισμός δικαιώματος είναι θεμιτός μόνον όταν προβλέπεται από κανόνα δικαίου, ο οποίος είναι σύμφωνος με τις συνταγματικές περί δικαιωμάτων διατάξεις. Ανεξαρτήτως δε τούτου κάθε περιορισμός οφείλει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτρέπει, εν πάση περιπτώσει, την μέσω των περιορισμών τούτων «τήξη» του πυρήνα οιουδήποτε δικαιώματος. Επειδή ο Άνθρωπος υπάρχει και ενεργεί ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, στο οποίο ανήκει κάθε δικαίωμα ασκείται υπό τους περιορισμούς τους οποίους συνεπάγεται -οπωσδήποτε μέσω συγκεκριμένων ρυθμίσεων που βεβαίως δεν μπορούν να θίξουν τον πυρήνα του- η ανάγκη υπεράσπισης της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης. Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, με άλλες λέξεις η άσκησή του είτε για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίον έχει θεσμοθετηθεί είτε εκτός των -πάντοτε συνταγματικώς αποδεκτών- κατά την ισχύουσα έννομη τάξη περιορισμών, απαγορεύεται. Και η απαγόρευση αυτή συνοδεύεται, υποχρεωτικώς, από κυρωτικούς μηχανισμούς εις βάρος των παραβατών της. Η απλή πρόβλεψη, μέσω κανόνων δικαίου, των δικαιωμάτων δεν αρκεί για την εκπλήρωση της αποστολής τους υπέρ του υποκειμένου τους, εφόσον δεν συνοδεύεται, ιδίως σε περιόδους βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που προκαλούν «ασύμμετρες» διευρύνσεις των κοινωνικών ανισοτήτων, από ουσιαστικές εγγυήσεις αποτελεσματικής άσκησής τους στην πράξη. Οι πιο σημαντικές από τις εγγυήσεις αυτές αφορούν την, εκ μέρους των κατά περίπτωση αρμόδιων κρατικών οργάνων, διασφάλιση της ισότητας ευκαιριών των υποκειμένων των επιμέρους δικαιωμάτων, ουσιαστικώς δε την διασφάλιση της ισότητας στην αφετηρία, από την οποία εκκινεί καθένας. Η προαναφερόμενη έννοια της αρχής της ισότητας κατά την άσκηση των δικαιωμάτων εκ μέρους των υποκειμένων τους εξηγεί, με ιδιαίτερη σαφήνεια, την άρρηκτη σύνδεση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου και τις, σύμφυτες με αυτό, αναγκαίες παρεμβατικές δραστηριότητες του Κράτους. Διότι είναι ακριβώς οι παροχές που μπορεί να διασφαλίσει το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου -κατ’ εξοχήν μέσω των αντίστοιχων κοινωνικών δικαιωμάτων- οι οποίες καθιστούν εφικτή την αποκατάσταση της ισότητας ευκαιριών, συνακόλουθα δε της ισότητας στην αφετηρία. Τούτο σημαίνει ότι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία δεν νοείται δίχως θεσμικώς οργανωμένο Κοινωνικό Κράτος Δικαίου, πολλώ μάλλον όταν η «Αριστεία» -το κατ’ εξοχήν όχημα θεμιτής σύγκρισης και διάκρισης- δεν νοείται δίχως την διασφάλιση σε καθένα της δυνατότητας υπεράσπισης της αξίας του και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του υπό όρους πραγματικής, κατά το δυνατόν, ισότητας.

Τα κατά τ’ ανωτέρω συγκριτικά πλεονεκτήματα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας είναι εκείνα, τα οποία αποκαλύπτουν και αναδεικνύουν τις εν δυνάμει εστίες υπονόμευσής της στις μέρες μας, άρα τους εν δυνάμει αλλά και εν τοις πράγμασι «εχθρούς» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Ο πρώτος κίνδυνος υπονόμευσης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στον καιρό μας εκπορεύεται από έναν ιδιότυπο «κυβερνητικό δεσποτισμό», ο οποίος συνίσταται κατά βάση στην σταδιακή κορύφωση της υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής, σε σημείο μάλιστα ώστε να γίνεται λόγος για πραγματική περιθωριοποίηση της τελευταίας, άρα σε περιθωριοποίηση του οργάνου που εκφράζει γνησιότερα την έννοια της λαϊκής εκπροσώπησης και, επέκεινα, την δημοκρατική αρχή. Το φαινόμενο του ως άνω «κυβερνητικού δεσποτισμού» είναι απόρροια της de facto διαρκώς εντεινόμενης επέμβασης της εκτελεστικής εξουσίας στο κατ’ εξοχήν έργο της νομοθετικής, ήτοι στο έργο παραγωγής κανόνων δικαίου.

Ο προμνημονευόμενος «δεσποτισμός» της εκτελεστικής εξουσίας εις βάρος της νομοθετικής βρίσκει μεγάλο μέρος της εξήγησής του στην ιδιομορφία της σύγχρονης γενικευμένης και βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Και τούτο διότι με το πρόσχημα -τουλάχιστον πολλές φορές- της κρισιμότητας των περιστάσεων και της εξ αυτής προκύπτουσας ανάγκης επείγουσας εξυπηρέτησης του οικείου δημόσιου συμφέροντος, η εκτελεστική εξουσία οικειοποιείται εμμέσως και ποικιλοτρόπως την διεκπεραίωση, με συνοπτικές διαδικασίες, του νομοθετικού έργου, εκτοπίζοντας ουσιαστικώς τη νομοθετική εξουσία.

Η ραγδαία ποιοτική υποβάθμιση και η μείωση της κανονιστικής εμβέλειας του κανόνα δικαίου, τις οποίες μοιραίως συνεπάγεται η κατά τ’ ανωτέρω «ηχηρή» επέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στο πεδίο της νομοθετικής, έχουν σοβαρότατες επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο ασκείται το θεμελιώδες δικαίωμα αίτησης και παροχής δικαστικής προστασίας, άρα στον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Και η αποτελεσματική λειτουργία της Δικαιοσύνης ως κυρωτικού μηχανισμού σε περίπτωση παραβίασης της αρχής της νομιμότητας από τα κρατικά όργανα συνιστά πραγματικό πυλώνα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αφού η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, υπό την σύγχρονη έννοιά της, δεν είναι νοητή χωρίς την κορυφαία, πολυπρισματική, θεσμική αντηρίδα του Κράτους Δικαίου. Κατά συνέπεια, όταν η Δικαιοσύνη, και κυρίως ο κλάδος της εκείνος που διαθέτει την δικαιοδοσία επίλυσης των διοικητικών διαφορών αδυνατεί είτε να επιλύσει εγκαίρως είτε να επιλύσει υπό όρους αποτελεσματικής παροχής δικαστικής προστασίας τις διαφορές οι οποίες άγονται ενώπιόν της, στο πλαίσιο άσκησης του δικαιώματος αίτησης και παροχής δικαστικής προστασίας εκ μέρους των αμυνομένων κατά της κρατικής αυθαιρεσίας φυσικών ή νομικών προσώπων, τότε προφανώς πλήττεται, και δη στον πυρήνα της, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Περαιτέρω, όταν η Δικαιοσύνη και τα δικαιοδοτούντα όργανά της, που συνθέτουν τον σπουδαιότερο κυρωτικό μηχανισμό σε περίπτωση παραβίασης της αρχής της νομιμότητας, δεν είναι έτσι σε θέση να χαλιναγωγήσουν αποτελεσματικώς την κρατική αυθαιρεσία υφ’ οιανδήποτε μορφή και αν αυτή εμφανίζεται, τότε υπάρχει, κατ’ ουσίαν, πραγματικό ζήτημα Κράτους Δικαίου. Και με τον τρόπο αυτόν όχι μόνο δεν καταπολεμάται καταλλήλως ο ιδιότυπος «κρατικός δεσποτισμός», για τον οποίο ήδη έγινε λόγος αμέσως πιο πάνω, αλλά, όλως αντιθέτως, ανατροφοδοτείται και, το κυριότερο, εμπεδώνεται ως «αναγκαίο κακό» -μπροστά στις έκτακτες συνθήκες της τρέχουσας κρίσιμης κοινωνικής και οικονομικής συγκυρίας- το οποίο, δήθεν, δεν αντιστρατεύεται κατ’ ανάγκη την ουσία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Όμως το φαινόμενο τούτο οδηγεί σ’ έμμεση πλην σαφή αλλοίωση αυτών τούτων των συστατικών στοιχείων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Στο πλαίσιο της ολοένα και διευρυνόμενης, σε πλάτος αλλά και σε βάθος, παγκοσμιοποίησης του οικονομικού συστήματος και της κυριότερης συνιστώσας του, του χρηματοπιστωτικού συστήματος, παρατηρείται ένας εξαιρετικά ανησυχητικός πολλαπλασιασμός μη κρατικών οντοτήτων με διεθνή δράση, οι οποίες όχι μόνον οικειοποιούνται σημαντικό μέρος της εξουσίας και των αρμοδιοτήτων που ανήκαν παραδοσιακώς στο δημοκρατικώς οργανωμένο κράτος αλλά, επιπλέον, φθάνουν ν’ ασκούν ισχυρό – από πλευράς επερχόμενων κυρώσεων- έλεγχο πάνω σ’ αυτό τούτο το δημοκρατικώς οργανωμένο κράτος. Αυτή η «αθέμιστη» γέννηση και δράση των κατά τ’ ανωτέρω μη κρατικών οντοτήτων θίγει την ουσία της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως συστήματος δημοκρατικής οργάνωσης κάθε κράτους, αφού δίχως δημοκρατικώς νομιμοποιημένα όργανα άσκησης εξουσίας δεν είναι καν νοητή η εφαρμογή των αρχών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Κυριότερα τέτοια παραδείγματα μη δημοκρατικώς νομιμοποιημένων μη κρατικών οντοτήτων διεθνούς εμβέλειας παρέχουν: Οι λεγόμενες «Αγορές», οι οποίες πλέον εμφανίζονται ως «αιχμή του δόρατος» του παγκόσμιου και πλήρως παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αλλά και οι επονομαζόμενοι «Οίκοι Αξιολόγησης», των οποίων η όλη παρουσία και δράση στην παγκόσμια οικονομία είναι περισσότερο προβληματική ως προς τις δυσμενείς επιπτώσεις της πάνω στους θεσμούς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ακόμη και σε σχέση με τις «Αγορές». Τούτο οφείλεται στο ότι οι «Οίκοι Αξιολόγησης» όχι μόνον εμφανίζουν τα προαναφερόμενα αναφορικά με τις «Αγορές» μειονεκτήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης των κανόνων δικαίου με βάση τους οποίους οργανώνονται και λειτουργούν.

Το κατά τ’ ανωτέρω, στερούμενο δημοκρατικής νομιμοποίησης ως προς τη δομή και τη δράση του, παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό «σύμπλεγμα» «Αγορών» και «Οίκων Αξιολόγησης» αναδεικνύει μ’ εξαιρετική, πλην όμως άκρως ανησυχητική, καθαρότητα την επικυριαρχία του «οικονομικού» επί του δημοκρατικώς κρατικής προέλευσης «θεσμικού» στο ευρύτερο πλαίσιο του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Επομένως, όσο ομαλά και αποτελεσματικά κι αν λειτουργούν μέσα στο κάθε δημοκρατικό κράτος οι θεσμοί της Άμεσης Δημοκρατίας, ο ρόλος τους υπονομεύεται, αναποδράστως, από έξωθεν παρεμβάσεις. Και δη παρεμβάσεις που, ακριβώς εξαιτίας της δημοκρατικώς διαβλητής δομής και δράσης των φορέων τους, έχουν -τουλάχιστον σε πολλές περιπτώσεις- όλα τα χαρακτηριστικά «ασύμμετρων οικονομικών απειλών» εις βάρος των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Η, ευκρινώς παρατηρούμενη στην εποχή μας, φθίνουσα πορεία του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου αποτελεί, από την ίδια της τη φύση, εξαιρετικά «τοξικό» κίνδυνο υπονόμευσης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Τούτο είναι το αναγκαίο συμπέρασμα το οποίο προκύπτει εκ του ότι, όπως εκτέθηκε συνοπτικώς προηγουμένως, η καταγωγή και η ιδιοσυστασία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας προϋποθέτει ένα γνησίως φιλελεύθερο -και όχι νεοφιλελεύθερο- πρότυπο οικονομικής οργάνωσης. Οι θεσμοί της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, προκειμένου να υπηρετήσουν -κατά τον προορισμό της- τον Άνθρωπο στον αγώνα του και για την υπεράσπιση της αξίας του και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, πρέπει να διασφαλίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις ενός ελεύθερου αλλά και υγιούς ανταγωνισμού. Όμως, ένας τέτοιος ανταγωνισμός θεμελιώνει την αρχή ότι κάθε φορέας δικαιώματος, με βάση το οποίο υπερασπίζεται in concreto την αξία του και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, πρέπει να έχει, εκ μέρους των κρατικών οργάνων, μεταχείριση η οποία του εξασφαλίζει ότι διαθέτει ίσες κοινωνικές ευκαιρίες με τους άλλους φορείς αντίστοιχων δικαιωμάτων, και ακόμη περισσότερο ότι κατά την άσκηση κάθε δικαιώματός του ξεκινά, κατά το δυνατόν, από την ίδια κοινωνική αφετηρία σε σχέση με τους λοιπούς φορείς αντίστοιχων δικαιωμάτων. Η προαναφερόμενη αρχή ισχύει πολύ περισσότερο σήμερα, στην δίνη μιας γενικευμένης κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, η οποία έχει προκαλέσει μια σχεδόν χαοτική διεύρυνση των ανισοτήτων μεταξύ των μελών του συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου.

Η εξασφάλιση ίσων ευκαιριών και, a fortiori, ισότητας στην αφετηρία μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικώς μέσω των κατάλληλων διορθωτικών παροχών προς τους ασθενέστερους, τις οποίες μόνο το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου -πρωτίστως με βάση τ’ αντίστοιχα κοινωνικά δικαιώματα- είναι σε θέση να επιτύχει. Είναι δε αυτή η πραγματικότητα η οποία διαμορφώνει την άρρηκτη σύζευξη Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, σύζευξη που γίνεται περισσότερο αναγκαία -θα’ λεγε κανείς ουσιαστικώς «υπαρξιακή» για την επιβίωση των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας- υπό συνθήκες βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης.

Όμως, η επικράτηση ορισμένων ακραίων νεοφιλελεύθερων οικονομικών αντιλήψεων επί των γνησίως φιλελεύθερων, κυρίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες, έχει επιφέρει ισχυρά πλήγματα κατά του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου. Και τούτο διότι κατά τη νεοφιλελεύθερη «κοσμοθεωρία» περί της δυνατότητας «αυτορρύθμισης» της οικονομίας και της εντεύθεν ανάγκης «απορρύθμισης», ήτοι σταδιακής εξαφάνισης των κρατικών παρεμβατικών αρμοδιοτήτων -ακόμη κι εκείνων που αφορούν τις κάθε είδους κοινωνικές παροχές- το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου όχι μόνον είναι ασύμβατο με το κρατούν οικονομικό σύστημα, αλλά και το εμποδίζει να εξελιχθεί ομαλώς στην πράξη διότι οδηγεί σ’ ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, το κόστος των οποίων επωμίζονται και εκείνοι οι οποίοι δεν είναι αποδέκτες κοινωνικών παροχών. Μάλιστα η ως άνω ακραία νεοφιλελεύθερη «κοσμοθεωρία» φθάνει ως τα όρια αμφισβήτησης αυτού τούτου του κρατικώς οργανωμένου ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο, όπως είναι κοινώς γνωστό, αποτέλεσε και αποτελεί βάση στήριξης των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας από την επαύριο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.
Οι προηγούμενες σκέψεις οδηγούν στο απαισιόδοξο συμπέρασμα ότι αν διαιωνισθεί, και μάλιστα μέσα στην μακρά και βαθιά παγκόσμια οικονομική και κοινωνική κρίση, η παρακμιακή πορεία του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, η μοιραία κατάληξή της θα είναι η πλήρης κατάρρευσή του. Τότε όμως οι θεσμοί της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας θα βυθισθούν σ΄ ένα δημοκρατικώς «μολυσματικό τέλμα», το οποίο συνθέτουν κυρίως οι κραυγαλέες ανισότητες και ο άναρχος ανταγωνισμός. Δηλαδή ένας συνδυασμός ο οποίος αφενός υπονομεύει τον Άνθρωπο στον αγώνα του για την υπεράσπιση της αξίας του και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του και, αφετέρου, οδηγεί νομοτελειακώς σε ρήξη του κοινωνικού ιστού. Και είναι αυτό το ενδεχόμενο ρήξης, το οποίο εκτρέφει σήμερα τον πιο επικίνδυνο «εχθρό» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας που είναι, κυρίως, πολιτικά μορφώματα αναβίωσης του εφιάλτη του φασισμού και του ναζισμού, με την όποια «λεοντή» κι αν αυτά εμφανίζονται.

Ουδείς μπορεί ν’ αμφισβητήσει πλέον, τουλάχιστον με αξιόπιστα επιχειρήματα, ότι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία αποτελεί το σύστημα εκείνο δημοκρατικής διακυβέρνησης το οποίο υπηρετεί, με τον πιο πρόσφορο τρόπο, το δημοκρατικό ιδεώδες και το επίκεντρό του, τον Άνθρωπο.

Εξίσου όμως ουδείς μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία -όπως και η ίδια η Δημοκρατία άλλωστε- είναι ένα εξαιρετικά «ευαίσθητο» αγαθό. Με την έννοια ότι δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση και περίσταση, να θεωρηθεί ότι είναι πλήρως εμπεδωμένο και ασφαλές, δοθέντος ότι οι κίνδυνοι υπονόμευσής του σ’ έναν κόσμο εκ καταγωγής εχθρικό έναντι του κλασικού «δημόσιου συμφέροντος» είναι υπαρκτοί, ορατοί και διαρκώς μεταλλασσόμενοι.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης, με βάση το όραμα που το δημιούργησε, είναι ο θεσμός εκείνος ο οποίος μπορεί να συμβάλλει καθοριστικώς προς την κατεύθυνση της υπεράσπισης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και των θεσμών της. Και μάλιστα προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτον, προς την κατεύθυνση της αποκάλυψης και, επέκεινα, της αποτελεσματικής αντιμετώπισης των «εχθρών» της, έτσι ώστε να οργανωθεί αποτελεσματικώς η άμυνα και αντίστασή της έναντι των δυνάμεων που οδηγούν -εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την έμφυτη επικινδυνότητά τους- στην υπονόμευσή της. Και, δεύτερον, προς την κατεύθυνση της συνειδητοποίησης ότι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, λόγω της θεσμικής και πολιτικής ιδιοσυστασίας της, μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο μέσα στο κατάλληλο κοινωνικό, οικονομικό και -κατά λογική ακολουθία- «κοσμοθεωρητικό» περιβάλλον.

*ΣΗΜΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ. ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Στρασβούργο, 26.4.2017

Δεν υπάρχουν σχόλια: