Μετά από μακρά σιωπή κτύπησε συναγερμός! στο υποδιάλυση - χοιροστάσιο blog…

Μετά από μακρά σιωπή κτύπησε συναγερμός! στο υποδιάλυση - χοιροστάσιο blog…
ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΦΩΤΟ...

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Δυό νέα διηγήματα του δικού μας Θοδωρή Καραβά....

...ως έφηβος ήρθε στην Ερμιονίδα (στο Κρανίδι) αγάπησε και ερωτεύτηκε ! τη γη μας και τους ανθρώπους της και έκτοτε παραμένει έτσι!! ...
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 1ο
Η πεντάμορφη και το τέρας
του Θοδωρή Καραβά

Το χωριό Δίδυμα στην Ερμιονίδα είναι γαλήνιο. Το σκηνικό της νύχτας σιγά σιγά πέφτει. Ο φτωχός γεωργός απ’ το σπιτικό του με τη πρώτη ηλιαχτίδα βγαίνει, στο χωράφι του πηγαίνει. Είναι μια μέρα καλοκαιριού. Η εργασία του θα είναι σκληρή, η βιοπάλη του είναι ζωγραφισμένη   στο πρόσωπό του, στα ροζιασμένα χέρια του και στη ψυχή του. Κάθε σταγόνα του ιδρώτα του μια αυλακιά στο κορμί του. Όπως προχωράει το παιχνίδισμα των αποχρώσεων του πορτοκαλί και του  κόκκινου της τουλίπας τραβάει το βλέμμα του, αμέσως το χέρι του απλώνει και παίρνει το όμορφο λουλούδι, το φέρνει στο στόμα του, το φιλάει, έπειτα το μυρίζει και συνεχίζει το δρόμο του προς τον αγρό του. 
Την ίδια στιγμή ένα αεριωθούμενο απογειώνεται από την πίστα του κάστρου του Νόϊσβανσταϊν των Βαυαρικών Άλπεων και σε λίγα λεπτά προσγειώνεται στην Αργολική πεδιάδα με τις τουλίπες. Απ’ το σιδερένιο ιπτάμενο πουλί βγαίνει το τέρας, με τη μαύρη  μπέρτα να ανεμίζει. Τον χωρικό πλησιάζει απειλητικά και θυμωμένα του επιτίθεται λεκτικά.
«Έκοψες το λουλούδι μου. Γι’ αυτό πού έκανες θα σε τιμωρήσω.»
 «Ακούστε κύριε, το ασύγκριτο κάλλος των λουλουδιών με γοήτευσε, αφιερώνω στα άνθη, καλοκαίρια, φθινόπωρα, άνοιξες. Όταν απ’ τα μπουμπούκια οι τουλίπες ξεπεταχτούν γίνονται γελαστές, ολόδροσες, αρωματισμένες, πολύχρωμες κούκλες και εννοείται με μαγεύουν.»
«Άλλη μια κουβέντα να πεις θα σε σκοτώσω.»
«Η γη από τα βουνά έως τη θάλασσα ανήκουν στη κοινότητα των Διδύμων,  ξεχνάς φαίνεται ότι βρίσκεσαι σε Ελληνικό έδαφος.»
«Εξηγήσεις δεν χρειάζονται, λοιπόν να τελειώνουμε, για να μη σε πυροβολήσω θέλω την τρίτη κόρη σου, την εικοσάχρονη Μαρίνα.»
«Η κοπέλα μου είναι καθηγήτρια στο γυμνάσιο Κρανιδίου, οι μαθητές, οι μαθήτριες τη χρειάζονται, όπως και η κοινωνία της κωμόπολης.»
«Τότε γεωργέ αποχαιρέτησε τα λούλουδα.»
Το όπλο στο κεφάλι του βάζει, τη σκανδάλη ετοιμάζεται να πατήσει.
«Μη, μη, μη!»
Η κραυγή του κοριτσιού σταματάει το τέρας.
«Άκουσα τι ζήτησες. Για αντάλλαγμα για τη δική μας τουλίπα, εμπρός πάμε.»
Η Μαρίνα προχωρά, στο αεροπλάνο ανεβαίνει, το τέρας την ακολουθεί
Ο σκοτεινός κόμης πιλοτάρει αμίλητος και μετά από ώρα προσγειώνει το αεροπλάνο στο περίβολο του παράξενου κτίσματος.
«Ηλιαχτίδα εκθαμβωτική ,σήκωσε τα μάτια σου κοίταξε πού σε έφερα.»
Το εκπληκτικό παλάτι στη κορυφή του γιγάντιου βράχου δεν εντυπωσιάζει την κοπέλα. Το τέρας  το αντιλαμβάνεται,  γρήγορα την τρέχει στη σάλα του κάστρου.
Οι μπαρόκ διάδρομοι με τοίχους γεμάτους αυθεντικούς πίνακες μεγάλων ζωγράφων της εποχής της βασιλείας της Βαυαρίας και η κυρίως κάμαρα με πολυτελείς εικόνες κρυστάλλινων βιτρώ, διαμαντένιους πολυελαίους, χρυσά κοσμήματα και έπιπλα λουδοβίκεια άφθαστης τέχνης, θέαμα εκτυφλωτικής λάμψης όλα αυτά συνθέτουν. Η κοριτσάρα στην επίδειξη πλούτου παραμένει αδιάφορη, είναι θυμωμένη και επιτίθεται λεκτικά στον απαγωγέα της.
«Δεν είμαι η Σίσι, κύριε, ούτε έχω βασιλική καταγωγή, ούτε εσύ είσαι ο Λούντβιχ και δεν δύνασαι να απειλείς τον πατέρα με πιστόλι διότι έκοψε τουλίπα και μάλιστα από το χωράφι του.»
«Σύντομα θα τα αγοράσω όλα τα κτήματα και θα τα κάνω δικά μου.»
«Νομίζεις τέρας. Χτυπάς την Ελλάδα από παντού, δεν θα καταφέρεις τίποτε.»
«Θα διδάσκεις γερμανικά, δεσποινίς.»
«Η ελληνική γλώσσα κύριε έχει πεντακόσια εκατομμύρια λέξεις, η γερμανική κάτι χιλιάδες. Η ελληνική γραμματική είναι φωτεινή, θεόπνευστη, η δική σας σκοτεινή. Να γίνω πιο συγκεκριμένη οι δικοί σας φιλόσοφοι αντέγραψαν και αντιγράφουν από τα κείμενα Ελλήνων. Το φως το ελληνικό είναι μπροστά και ψηλά ,να τελειώνουμε θέλω να λουστώ.»
«Να η λίμνη κάτω. Πήγαινε να κολυμπήσεις, εγώ θα σε παρακολουθώ από το παράθυρο.»
«Η θάλασσα από το χωριό μου δέκα λεπτά απέχει. Πότε γαλαζοπράσινη, πότε μπλε, πότε πολύχρωμη, είναι πανέμορφη. Ο πύργος με τις πέτρες, τα βελούδα, μπάνιο δεν έχει;»
«Θέλω να θαυμάσω το θεσπέσιο κορμί σου στη φύση.»
«Το σώμα είναι δικό μου ,σε μαύρα τέρατα δεν το δείχνω, από τον Λούντβιχ δεν διαφέρεις.»
«Τι θέλεις να πεις;»
«Η νοσηρή προέκταση του Λούντβιχ στο πρόσωπο σου φαίνεται. Να γίνω πιο κατανοητή, ο βασιλιάς της Βαυαρίας ουτοπιστής, εστέτ καταστρέφει τη νεότητά του, το λογικό του μέσα στην αναζήτηση της ηδονής και της ομορφιάς. Αναζήτηση  που θα του χαρίσει μόνο ψευδαισθήσεις, τη ψευδαίσθηση του έρωτα με τη Σίσι, όπως εσύ πού ψάχνεις τη ψευδαίσθηση του έρωτα σε εμένα. Εξού και η δεικτική εκλογή μου, τη ψευδαίσθηση της δημιουργίας να διδάξω γερμανικά. Ψάχνεις μια Ελλάδα της δημιουργίας, όπως ο Λούντβιχ  με τον Βάγκνερ και τρίτον τη ψευδαίσθηση της εξουσίας. Προ ολίγου το είπες: η τουλίπα είναι δική μου. Απόδειξη του Λούντβιχ η κατασκευή των εκπληκτικών ανακτόρων πού αποκρυσταλλώνουν τη τριπλή χίμαιρα μέσα στη πέτρα, τα χρυσάφια και τα βελούδα.»
«Είσαι ένα λουλουδοκόριτσο από τις τουλίπες πιο όμορφο και  από όλα τα άνθη του χωριού σου, παρτέρι τριανταφυλλένιο αρωματισμένο είσαι.»
«Τα λόγια σου δεν εμφυσούν το μεγαλείο ενός ποιήματος, το ρομάντζο που ονειρεύεσαι δεν θα γίνει ποτέ. Είμαι Ελληνίδα δεν πιστεύω στον γερμανικό μυστικισμό. Η όπερα του Βάγκνερ δεν με συγκινεί, ο διάλογος της βροχής και του ανέμου μου λέει να μη τσουγκρίσω το ποτήρι μου με σένα. Δεν με ξεγελάς. Σέρνεις πίσω σου σκηνές «θυρωρού της νύχτας». Μαύρες, γερμανικές, μεταξωτές κάλτσες, ζαρτιέρες ίδιου χρώματος και αγορίστικες χειρονομίες. Νομίζεις με τη αμφίεση θα με γοητεύσεις. Η  εικόνα  του γερμανικού βρικόλακα όμως φαίνεται όσο και να θέλεις  να τη κρύψεις.»
«Σας παρακαλώ κούκλα μετά το μπάνιο να μπείτε στην αίθουσα με τους καθρέφτες, τη μαγευτική εικόνα της ομορφιάς σου να καταγράψω από όλες τις μεριές.»
«Μίστερ με εκβιάζεις. Έρωτας ή θάνατος. Στη μπανιέρα να με δολοφονήσεις. Αντιγραφή του πασίγνωστου φιλμ  του μετρ των θρίλερ. Η σκέψη σου λανθασμένη τυγχάνει μυθιστορηματική εξέλιξη να έχει. Ένα τέρας αρχοντικό διεφθαρμένο από το κακό γοητευμένο όμως από τη διδυμιώτικη,  κοριτσίστικη ωραιότητα φθάνει στη τρέλα του πάθους.»
«Είσαι γλυκό φιλί ανοιξιάτικο, πάνω μου γοητεία εξασκείς.»
«Η αποτρόπαιη μάσκα σου είναι η βίαιη εντύπωση της ασχήμιας, η πομπώδης προφορά της γλώσσας σου το αποδεικνύει. Σου κάνω χάρη φεύγω γιατί σύμφωνα με τον Πλάτωνα, αυτός πού με τα μάτια του νιώσει την ομορφιά, έκτοτε είναι  προορισμένος να πεθάνει.»
Αυτός μέσα του και έξω του κλαίει ,ο φόβος από τα λόγια της τον κρατάει ακίνητο, η κοπέλα ανοίγει την πόρτα και φεύγει. Ανοίγει τα μάτια της και βρίσκεται στα Δίδυμα.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
2ο
Η συνάντηση
του Θοδωρή Καραβά
>>>>>>>>>>>>>




Σ’ ένα καφέ μπαρ του Τραστέβερε της Ρώμης ένα χειμωνιάτικο απόγευμα μια καρέ παρέα αντρών συζητούσε ζωηρά, οι λιγοστοί θαμώνες τους άκουγαν σιωπηλοί.
Ο Τζιόρτζιο Μπασάνι συγγραφέας του περίφημου μυθιστορήματος «Ο κήπος των Φίντζι Κοντίνι» τα ιταλικά του χρωματίζει απαντώντας στον Παζολίνι.
«Η επανάσταση σου Πιέρ Πάολο, αποτελεί μέρος μιας ξεπερασμένης υλικοσυγκινησιακής οπτικής, οι γλωσσολογικοί σου πειραματισμοί είναι θορυβώδεις και επιφανειακοί. Καταγγέλω τις πρωτοπορίες εκείνες που δεν έχουν συνειδητοποιήσει την ολότητα  της πραγματοποίησης του συστήματος. Η ομάδα μου είναι η νέα πρωτοπορία της καινούριας επανάστασης. Ας παραμερίσουμε όμως τις διαφορές και ας εξετάσουμε μαζί αν η προστασία της πατρογονικής μας καλλιτεχνικής κληρονομιάς αξίζει το ενδιαφέρον σας.»
«Με έκπληξη ακούω», του απαντά ο Παζολίνι, «τα λόγια ενός τζέντλεμαν, πολύ καλά ξέρω ότι οι του κύκλου σου, εννοώ αυτούς που θρηνολογούν για τις ερειπωμένες βίλλες κ αφήνουν τους καλλιτέχνες  στη ψάθα, με κάλυμμα των επαναστατικών τους προθέσεων καταλαμβάνουν μουλωχτά τα διοικητικά πόστα στους εκδοτικούς οίκους, στο ραδιόφωνο, στη τηλεόραση, στα περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας. Η πρωτοπορία μου αφού μιλήσατε Σινιόρ Τζόρτζιο για τη συνομοταξία των πατέρων, εμένα αυτοί είναι ,δηλαδή οι πατέρες που με ενδιαφέρουν,  οι πατέρες οδοκαθαριστές, οι μάγειροι, οι μανάβηδες, οι οδηγοί λεωφορείων, οι μεταλλουργοί, οι τορναδόροι, οι γεωργοί, οι αγρότες, οι ναυτεργάτες.»
«Θα μπορούσες να μου δώσεις Πιέρ Πάολο ένα δημόσιο τεκμήριο της εκτίμησης σας. Ο εικονοκλαστικός θόρυβος των φουτουριστών μού φαίνεται ανόητος και άλλο τόσο δυσπιστώ μ’ αυτούς τούς δημιουργούς που αρνούνται να ερμηνεύσουν ορθολογιστικά τον κόσμο.»
Εκείνη τη στιγμή στη συζήτηση μπαίνει ο αριστουργηματικός Ιάπωνας μυθιστοριογράφος Γιουκίο  Μισίμα.
«Κύριοι, σας παρακαλώ, ηρεμία. Και οι δύο έχετε πλατιά εμπορική επιτυχία, εγώ προσθέτω και αριστοκρατικό πνεύμα. Αναλογίζομαι τις αντιθέσεις Δύσης και Ανατολής. Αναρωτιέμαι σινιόροι, πού βρίσκονται τα σύνορα της ζωής και της ποίησης και αν η άγρια ομορφιά της Ιαπωνικής κερασιάς και η ευρωπαϊκή τριανταφυλλιά  συνταιριάζουν σε τόση τελειότητα. Και αν ο Καβαμπάτα είναι ισάξιος του Προυστ; Σημασία έχει το ταξίδι. Να είναι αυτό ανανέωση και όχι απρόσωπη μεταφορά. Όσο για το αλλόκοτο παραμυθένιο, το κοινωνικό να γίνει κίνητρο για μία πληρέστερη γνωριμία. Άλλωστε τα έθιμα πιστά είναι στον άπειρο κύκλο των εποχών, το νέο δέντρο που φυτρώνει πρέπει να έχει εσωτερική ορμή, δύναμη και φρεσκάδα.»
«Άκουσε Μισίμα», παίρνοντας το λόγο ο Έλληνας της παρέας, δημοσιογράφος και στοχαστής από την Ερμιόνη, «ο Ιαπωνικός σου ενθουσιασμός για τη συνάντηση δύο κόσμων είναι φαινόμενο άξιο προσοχής, οι μήνες και οι ημέρες είναι ταξιδιώτες της αιωνιότητας, οι συναλλαγές ανάμεσα στους δυτικούς και ανατολικούς  πρέπει να είναι έντιμες και να πλησιάζουν τη θεότητα του καλού. Η αναζήτηση της φωτεινής ανθοκομίας που είπες, να αναμορφωθεί από μια απίστευτη απλότητα που θα διαποτίσει και τη δική μας ελληνική ζωή ευεργετικά στις πολλαπλές εκφράσεις της εργασίας. Έτσι μόνο η Ελληνική καθαρά συναισθηματική ζωή θα μείνει απρόσβλητη στα καλέσματα πολιτικών σειρήνων. Το χάσμα πού άνοιξε ο πόλεμος  πρέπει να γεμίσει άνθη, η νίκη στη κονίστρα της ζωής πρώτα υγεία, εργασία, χαρά, ειρήνη, να φέρει και μετά κότινο, και λάμψη, στα πρόσωπα να αντανακλάται η αγάπη του θεού, η αγάπη στον πλησίον. Και έτσι η ζωή σφριγηλή, δυνατή, όμορφη να ξαναφέρει τα παιχνιδίστικα ξεφωνητά των παιδιών, τα τραγούδια των μεγάλων ανθρώπων, τα κελαϊδίσματα των πουλιών και τα αεροπλανικά σκέρτσα των χελιδονιών.
Τζόρτζιο, τη πάλη των εργατών, των υπαλλήλων, των χωρικών καταλαβαίνω. Αυτούς όμως με τη «καλτσοδέτα στο ράμφος» που κερδοσκοπούν στο χρηματιστήριο και πλουτίζουν εις βάρος των φτωχών, μιλάω για τα ταξιδιωτικά περιστέρια που έχουν κάνει φτερά σύμφωνα με τα πρωτοσέλιδα των  εφημερίδων,  γνωστός υπουργός με όνομα πουλιού. Η πρωτοπορία μου είναι διαφορετική, ανθρώπινη και προτιμώ να με λένε παραδοσιακό, ουμανιστή. Πιστεύω ότι η αντιλογία μας είναι σημαντική.
Πιέρ Πάολο, στη μέση. Ο Μισίμα πάλι, ταλέντο πολυεδρικό είσαι, μυθιστοριογράφος, ποιητής, πολιτικός, αναλυτής, σεναριογράφος, σκηνοθέτης. Έχετε γράψει ατάκες και στη καταχειροκροτούμενη ταινία Ντόλτσε Βίτα του Φελίνι. Όλος ο κόσμος του πλανήτη σε θαυμάζει και σε τιμάει, ζεις ασκητικά, όμως εσύ είσαι στο μισόφωτο. Εννοώ, ότι οι φωτεινές αναλαμπές σου ποτέ δεν είναι ίδιες. Άλλες φορές είσαι με τον εαυτό σου και άλλες εναντίον του εαυτού σου. Δεν χρειάζεται να επιστρέφεις σε γεγονότα παλιά. Όσοι διαβάζουν τα γνωρίζουν.»
Ο Έλληνας δημοσιογράφος στη συνομιλία άλλο τόνο δίνει.
«Μισίμα, Μπασάνι, Παζολίνι, ο άνθρωπος πρέπει να ξεκινάει για τη σκληρή μαθητεία της ζωής από τότε πού πατάει το πόδι του στη γη. Οι κινήσεις του να είναι απλές, φυσικές και όσο προχωράει να βρίσκεται σ’ αυτή την αποθέωση του απέριττου. Ο δυναμισμός να γίνεται κοινωνός σε ένα μύχιο συσχετισμό με το είναι του, να τον επεκτείνει, να τον ομορφήνει, να τον εξαδανικεύει.
Τα  δειλινά πολλές φορές περπατώ στο δρόμο γύρω από τους μεταξένιους, πολύχρωμους κήπους του μοναστηριού των αγίων Αναργύρων στην Ερμιόνη.
Ανάμεσα στη τύρβη και τη γαλήνη του χθες και του σήμερα, η φωνή του ψάλτη καλόγηρου την ώρα της ορθόδοξης ιεροτελεστίας με την θαλάσσια μυρωμένη αύρα και την ευωδιά των λουλουδιών την καρδιά μου κάνουν να χοροπηδά τρελά. Τα αρώματα, οι εικόνες, το γλυκομίλημα του πελάγους αυτή την ώρα της θείας κατάνυξης και χιλιάδες γαϊτανάκια με πολύχρωμες κορδέλες και τρίλιζες με περιτριγυρίζουν γελώντας και τραγουδώντας.»
«Εσύ είσαι Έλλην χριστιανός ορθόδοξος. Εγώ Ιταλός μη θρησκευόμενος. Όμως οι καθεδρικοί ναοί της Μπολόνια και οι ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες της Ερμιόνης είναι κοινό μας έργο. Όταν κοιτάζεις τις τοιχογραφίες του Δημοτικού Μεγάρου της ιταλικής πόλης, όπου ο ζωγράφος αναπαριστά σκηνές από την αγροτική ζωή, τις ίδιες εικόνες βλέπεις και στις βελούδινες πλαγιές της δικής σου γενέτειρας. Δεν μου αρέσουν οι επαύλεις χλιδής γύρω από το Πόρτο Χέλι. Εγώ στη Βενετία απέφευγα το Εξέλσιορ. Προτιμούσα τις απλοϊκές πανσιόν. Δεν μπορώ να κρατήσω ίσο με το συγγραφέα των Φίντζι Κοντίνι. Ματαιοδοξία  αυτών που έγιναν πλούσιοι με αέρα να δείχνουν στη φτωχή τάξη ποιοι τους κυριαρχούν.»
«Η ταπεινή ύβρις Μεσιέ Παζολίνι, αποτελεί μια ανυπόφορη τροχοπέδη στο ξετύλιγμα του διαλεκτικού προτσές.»                                                                                  «Θα απαντούσα Τζόρτζιο αλλά έχω γύρισμα, φεύγω. Όμως για να μη νομίζεις ότι φυγομαχώ, σου λέω ,γνωρίζω Μπασάνι, ότι η πόλη πού γεννήθηκες είναι η Φεράρα, και εσύ ξέρεις ότι είμαι απ’ τη Μπολόνια, έξοχες πόλεις που αποτελούν λίκνα δύο διαφορετκών πολιτισμών. Βρίσκω τον εαυτό μου μέσα στις  Μαντόνες του Κόζιμο Τούρα και εσύ στους μανιερίστικους Άγιους Σεβαστιανούς του Γκουίντο Ρένι. Όμως δεν γίνεται να χάσω την είσοδο μιας εξαιρετικής προσωπικότητας, μοναδικής και ανεπανάληπτης. Έτσι θέλω να αποδώσω το σεβασμό πού οφείλουμε όλοι στις πολύ μεγάλες ηρωϊδες, νεράιδες, θεές, της Μαρίας Κάλλας, της ντίβας όπως την αποκαλούν. Σταματάω, αποχωρώ, σε τρεις ημέρες πρέπει να ανεβάσω στο θέατρο Νο το έργο μου «Οι Εξομολογήσεις μιας Μάσκας». Τρέχω στο αεροδρόμιο.»                              
«Επίσης εγώ ο Τζόρτζιο  Μπασάνι σας χαιρετώ. Πηγαίνω στη Τσινετσιτά να παρακολουθήσω γύρισμα της ταινίας σχετικό με το βιβλίο μου.»                        «Μερικά λεπτά δώστε μου Κύριοι.», πετάχτηκε ο Έλληνας.
«Συζητήσαμε πολλά και διάφορα. Το ουσιώδες δεν το είπα. Στη χώρα μου σήμερα αυτό που συμβαίνει είναι να περιφρονείς τους νέους, χωρίς παιδεία να τους αφήνεις, τα πτυχία να μην αξίζουν, να μη σε ενδιαφέρει οι άνθρωποι πώς ζουν, να μη σε νοιάζει αν μπορούν να φέρουν ψωμί στο σπίτι. Στη πατρίδα μου τελευταία συνέβησαν πολλά παράξενα. Ξαφνικά τη χώρα μου τυλίγουν τεράστιες υποχθόνιες φλόγες, οι φωτιές καίνε παντού μέρες και νύχτες, στάχτη γίνονται χιλιάδες καρποφόρα δέντρα, αγροί με εκατομμύρια τόνους λαχανικά, ζώα, πολλοί άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους μέσα στο καμίνι που καίει σε υψηλές θερμοκρασίες ακατάπαυστα. Λίγο αργότερα η λέξη «νταβατζήδες» που εκτοξεύεται στον αέρα φέρνει πολιτικό άλλο πρωθυπουργό της κυβέρνησης. Λίγος καιρός περνά και η Ελλάδα πέφτει σε κρίση, ανεργία μεγάλη, φτώχεια, μιζέρια, εξαθλίωση. Οι δρόμοι, οι γέφυρες και  τα πάρκα γεμίζουν με παρά πολλούς άστεγους. Συσσίτια, κόψιμο συντάξεων και μισθών, οι εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων που χρόνια πλήρωναν με τον ιδρώτα και το αίμα τους οι μισές. Πολλά δισεκατομμύρια δηλαδή εξαφανίζονται ως διά μαγείας σε δευτερόλεπτα. Οι συντάξεις εν τω μεταξύ κόβονται, κόβονται, κόβονται.
Η πολιτική νομενκλατούρα, αυτή πού πήρε μεγάλα πακέτα χρημάτων από την Ευρώπη, αυτή πού ξέσκισε τον κόσμο με το χρηματιστήριο, με τα ομόλογα είναι πάλι στο προσκήνιο. Ζουν πλουσιοπάροχα τα λεφτά τους από τις μίζες εις βάρος του ελληνικού δημοσίου. Τα κλεψιμαία είναι καταχωνιασμένα στις Παρθένους Νήσους, σε αγγλικά νησιά, στην Ελβετία, στο Λουξεμβούργο και χρυσοφόρες θυρίδες εξωτερικού και εσωτερικού κυκλοφορούν με μοντέλα πανάκριβων αυτοκινήτων, με ελικόπτερα, θαλαμηγούς, με βιζιτούδες, άλλοι με γκόμενους. Οι έξωθεν φίλοι μας ξέχασαν ότι εμείς οι Έλληνες βάλαμε τα κορμιά μας κόντρα στα θηρία για να ελευθερωθεί η Ευρώπη και ο κόσμος συνεχώς επιβάλλουν όλο και σκληρότερα μέτρα. Θέλουν τους Έλληνες και τις Ελληνίδες στο καναβάτσο, δε θα το καταφέρουν. Φυσικά φταίνε και τα εγχώρια λαμόγια. Επειδή και οι τρεις είστε διάσημοι στο πλανήτη με την απαράμιλλη τέχνη σας  στο γράψιμο και στη φιλόσοφοι, πρέπει να βοηθήσετε την Ελλάδα.
Σινιόρ Μπασάνι σταμάτα να μιλάς για γλωσσολογικά επίπεδα και νεωτεριστές συγγραφείς και άλλα περίεργα, όπως Κέιτζ, Στοκχάουζεν, Βαρέζε, και κανόνες ορχηστρικής συμπεριφοράς.
Πιέρ Πάολο Παζολίνι πρέπει επιτέλους να καταλάβεις ότι ο περισσότερος κόσμος δεν είναι στο πνευματικό επίπεδο σου, δεν διαβάζει το «Σημείο Μηδέν της Γραφής» του Ρολάν Μπαρτ, ούτε τη «Μετακριτική της Γνωσολογίας» του Τέοντορ Αντόρνο, ούτε την  «Ιδεολογία και Γλώσσα» του Μαξ Χορκχάιμερ που άκουσα στη κόντρα με το Τζόρτζιο να αναφέρεις.
Μισίμα  εσύ πού έχεις φτάσει τόσο ψηλά και τα έργα σου έχουν απέραντη τρυφερότητα, ομορφιά, αρμονία και βαθιά ανθρωπιά, και διαβάζονται σε Ανατολή και Δύση, γράψε τώρα ένα μυθιστόρημα για τα μαργαριτάρια της Ελλάδας.  Επιπλέον δεν είμαι ο Σίντζι και δε με ερωτεύτηκε παθιασμένα η πλούσια Χατσούε, η όμορφη ανιψιά  του προύχοντα, ούτε η Ερμιόνη είναι ψαροχώρι σαν την Ούτα Ζίμα, η Ερμιόνη είναι μια κωμόπολη λουσμένη στο φως.»
«Το ξέρω Σταμάτη, έχω έρθει πιτσιρίκος στη κλασσική γη σου και είδα τις γαλάζιες θάλασσες και  την ανοιξιάτικη φωτοπλημμύρα που λέγεται Ερμιονίδα.», του απάντησε ο Μισίμα.
«Τότε, λοιπόν Κύριοι στο επανιδείν, ο Έλληνας φίλος σας χαιρετά, στο σκάφος του πάει που είναι αραγμένο στην Όστια, εδώ λίγα χιλιόμετρα απ΄τη Ρώμη. Αύριο το πρωί πρέπει να είμαι στην Ερμιόνη. Γεια σας.»  

Δεν υπάρχουν σχόλια: