Μετά από μακρά σιωπή κτύπησε συναγερμός! στο υποδιάλυση - χοιροστάσιο blog…

Μετά από μακρά σιωπή κτύπησε συναγερμός! στο υποδιάλυση - χοιροστάσιο blog…
ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΦΩΤΟ

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Κείμενα στο αρχείο του blog, που θα λάμπουν σαν διαμάντια στο διηνεκές!!! ...

...Όνειρο ζωής και αντιχάρισμα στη γενέθλια γη της Ερμιόνης αποτελεί το πλήρες και εύληπτο λογοτεχνικό βιβλίο «Ω γλυκύ μου Έαρ!»...

...Κι όσο γυρίζουμε σελίδες προβάλλουν 
πανέμορφοι ανθοστολισμένοι Επιτάφιοι...
Κριτική
Γράφει η Αθηνά Αναγνωστοπούλου

«Ω  γλυκύ μου έαρ!»
Γιάννη Μ. Σπετσιώτη
Εισαγωγή – Επιμέλεια: Τζένη Ντεστάκου

Όνειρο ζωής και αντιχάρισμα στη γενέθλια γη της Ερμιόνης αποτελεί το πλήρες και εύληπτο λογοτεχνικό βιβλίο «Ω γλυκύ μου Έαρ!» του καταξιωμένου συγγραφέα Γιάννη Σπετσιώτη που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
Ο απέριττος διάκοσμος του εξώφυλλου με την «Αποκαθήλωση» του El Greco τραβάει σα μαγνήτης το βλέμμα και αποκαλύπτει a priori το περιεχόμενο του βιβλίου.
Με γραφή θελκτική, απλή, ειλικρινή, αυθόρμητη, απροσποίητη, χωρίς ίχνος ακαμψίας μιλάει περισσότερο στην καρδιά παρά στη σκέψη. Ζωντανεύει στιγμές που πέρασαν αλλά δεν ξεχάστηκαν, γεμάτες εόρτια ευφροσύνη, ιερή συγκίνηση και μυσταγωγία.
Είναι μια καταγραφή – έκπληξη της Μ. Παρασκευής, με χρονική αφετηρία τη γραφική Ερμιόνη των παιδικών του χρόνων.
Πρόκειται για ευλαβικό προσκύνημα χρέους, αναπόλησης και νοσταλγίας στην εκκλησιαστική «ενορία» του συγγραφέα με πρωταγωνιστή τον «ίδιο» αλλά και πολλά επιλεγμένα «υπαρκτά» πρόσωπα από το θεόφρονα λαό της Ερμιόνης.
Περισπούδαστες εκκλησιαστικές φράσεις και αναφορές ποικίλουν και πυκνώνουν εντυπωσιακά το λόγο φθάνοντας ως το βαθύτερο πυρήνα του Δράματος της ζοφερής και πολυδάκρυτης Ημέρας της Μ. Παρασκευής.
Οι συχνές προεκτάσεις και παρεμβάσεις κοινωνικού στοιχείου και προβληματισμού επιβεβαιώνουν πόσο η σύζευξη Χριστιανισμού και Ελληνισμού καλλιέργησαν τα ήθη κι έγιναν γέφυρα πολιτισμού που φθάνει ως τις  μέρες μας,
Η άριστη Επιμέλεια του θελκτικού αυτού βιβλίου οφείλεται στη χαρισματική Τζένη Ντεστάκου. Με ρέουσα γλώσσα, έγκυρη γνώση και λυρισμό εισάγει εύστοχα τον αναγνώστη στο πάντερπνο κλίμα της μηνυματοφόρου κορυφαίας Ημέρας της Μεγάλης Εβδομάδας και της αναμενόμενης Ανάστασης.
Επίσης λαμπρό συμπλήρωμα του βιβλίου αποτελούν οι φωτογραφίες με εαρινές παπαρούνες και αστραφτερά λευκά πετάλια λεμονανθών που αποπνέουν ουράνιο μύρο στο δροσερό αγέρι που τ’ αγκαλιάζει.
Κι όσο γυρίζουμε σελίδες προβάλλουν πανέμορφοι ανθοστολισμένοι Επιτάφιοι, λιτές μορφές αγίων, μεγαλειώδεις πίνακες του El Greco αλλά και φωτογραφίες ευλογημένων απλών ανθρώπων της Ερμιόνης που έφυγαν, αφού πάλεψαν με τη μοίρα και το χρόνο.
Αμέτρητα αποστάγματα μνήμης, πνευματικής ανάτασης και ομορφιάς αναδεικνύουν την Ερμιόνη σε τόπο διαχρονικό, μοναδικό και με άπειρες δυνατότητες.
Μέσα από την τοπική θρησκευτική παράδοση και τις ιστορικές διακυμάνσεις στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα ελπίδας σε τούτες τις δύσκολες στιγμές που βιώνει ο τόπος μας.
Μας επιτρέπει να βρούμε το στίγμα και την ταυτότητά μας. Το μόνο αγώνισμα που ποτέ δεν είναι μάταιο είναι η προσπέλαση του Θεού. Μόνο ο Θεός εξευγενίζει τους αιώνες και σπάει το φράγμα της απέραντης μοναξιάς του ανθρώπου.
Ο συγγραφέας τονίζει έκδηλα, σε καίρια σημεία, ό,τι είναι ασύλληπτο. Προβληματίζει, γονιμοποιεί τη σκέψη και όσοι διαβάζουν πέρα από τις τυπωμένες γραμμές, διαπιστώνουν πόσο κοντά μας βρίσκονται με παντοδύναμο τρόπο ο Χριστός και η Παναγία!   
Αναδημοσίευση από το αρχείο του blog...
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αποσπάσματα από το βιβλίο «Ω γλυκύ μου έαρ» του Γιάννη Μιχ. Σπετσιώτη - κάθε ένα και ένας βιωματικός σταθμός...

σελ. 21-22

«Οι εκκλησίες ξεχειλίζουν… γεμάτη μέσα η πίστη…».
                                                                     Κ. Δημουλά
Ολημερίς τη Μεγάλη Παρασκευή και οι δύο εκκλησίες μας, ο Ταξιάρχης και η Παναγία ήταν «στις δόξες τους» και είχαν πολλή κίνηση. Την ευνοούσε και η «καλοσύνη» εκείνης της μέρας που «πάντοτε» μετά τις 11 ξανοίγει και ο ήλιος τη ζεσταίνει. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν από τη μια εκκλησία στην άλλη για να συμμετέχουν στον πόνο, το μαρτύριο και την οδύνη, με τη σκέψη τους να πλανιέται στο Γολγοθά, τη Σταύρωση, την Ταφή. Η βαθιά θλίψη που τους κατείχε, ήταν ολοφάνερη και την έκαναν εντονότερη οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες. Ήταν μέρα λύπης, μελαγχολίας, δακρύων και ιερών αναμνήσεων.
Τα παιδιά των δυο ενοριών είμαστε χωρισμένα σε δύο... στρατόπεδα, τους Ταξιαρχιώτες και τους «Σιμηριώτες», όπως ονομάζει στο βιβλίο του ο δάσκαλός μας Μιχαλάκης Παπαβασιλείου, την ομάδα των παιδιών - ενοριτών της Παναγίας. Εμείς τους λέγαμε Καραβανιώτες, από την περιοχή «Καραβανέικα» της Ερμιόνης, γιατί οι περισσότερες οικογένειες που μένουν εκεί μέχρι και σήμερα είναι ενορίτες της Παναγίας. Μεταξύ μας υπήρχε φοβερός ανταγωνισμός και μεγάλη αντιπαλότητα για το ποιος Επιτάφιος ήταν ωραιότερα στολισμένος!
-Ουουου, τι Επιτάφιος είναι εκείνος ρε! Με «τσικουνίδες», μολόχες, γαϊδουράγκαθα και μπόσκες τον στολίσατε; Δε βρήκατε κανένα λουλούδι;
Κι όταν τα λόγια δεν έφταναν, ερχόμασταν στα χέρια ή αρχίζαμε τον πετροπόλεμο.
-Δεν ντρεπόσαστε βρε, ημέρα που είναι! Και σήμερα μαλώνετε; έλεγαν οι μεγαλύτεροι που παρακολουθούσαν κρυφογελώντας τον τσακωμό.
Ο Φωτάκης, ο μικρότερος από τους τρεις κωφούς αδελφούς του αείμνηστου δασκάλου μας, ήταν εκείνος που με επιμέλεια και γούστο στόλιζε τον Επιτάφιο της Παναγίας. Εκείνη η ημέρα γι’ αυτόν είχε ιδιαίτερη σημασία. Θαρρώ πως ο άνθρωπος αυτός ζούσε όλο το χρόνο μόνο για εκείνες τις στιγμές. Ντυμένος άψογα, μέχρι και σήμερα λέμε για κάποιον με εξεζητημένο ντύσιμο, «σαν τον Φωτάκη μού είσαι ντυμένος», περίμενε τους προσκυνητές να περάσουν από την Παναγία και να τον συγχαρούν για το δημιούργημά του. Άλλωστε ο Φωτάκης ήταν γεννημένος καλλιτέχνης με πλούσιο ταλέντο, αισθητική και ευαισθησία.
Εμείς, όμως, τα παιδιά του Ταξιάρχη είχαμε άλλα στο μυαλό μας. Θέλοντας να τον πειράξουμε και να τον εκνευρίσουμε, του δίναμε με νοήματα και μορφασμούς να καταλάβει πως ο Επιτάφιος της Παναγίας δεν άρεσε σε κανέναν και ότι πιο ωραία στολισμένος ήταν του Ταξιάρχη. Αυτός δε συμφωνούσε και, ακουμπώντας τη μια του παλάμη στο πρόσωπό του, όπως ακριβώς κάνουμε θέλοντας να δείξουμε σε κάποιον πως λέει ψέματα ή είναι μπαγαπόντης, «στραβομουτσου-νιάζοντας», προσπαθούσε να μας αποφύγει. Εμείς, ωστόσο, επιμέναμε. Τότε έβγαζε μια δυνατή φωνή και κάνοντας την ανάλογη κίνηση με τα χέρια του μας έδειχνε πως δεν μας ήθελε κοντά του. Οι μορφασμοί αυτοί του Φωτάκη, τα σουφρωμένα χείλη του, το εκστατικό του βλέμμα, τα νοήματά του, η φωνή του που σπάνια ακούγαμε, αλλά και ο φόβος μήπως όλα αυτά τα μάθει ο δάσκαλός μας, έχουν χαραχτεί έντονα στη μνήμη μου.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

σελ. 24-25

«Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι
κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,
ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα της εκκλησιάς...»
Κ. Παλαμάς

Μετά το μεσημεριανό φαγητό πολλά παιδιά, αγόρια και κορί-τσια συναντιόμαστε στις δύο ενορίες, στον Ταξιάρχη και την Παναγία. Σχηματίζαμε δύο μικτούς χορούς, έναν στο δεξιό κι έναν στο αριστερό αναλόγιο και ξεκινούσαμε να ψάλλουμε τα εγκώμια και τον κανόνα «Κύματι θαλάσσης». Γλυκές παιδικές-εφηβικές φωνές αντάμωναν τα ανοιξιάτικα σκιρτήματα της ψυχής που φαίνονταν στα μάτια και τα μάγουλα που κοκκίνιζαν. Όμορφα σώματα με ρούχα ελαφριά ντυμένα «φλογίζονταν μέσα σε θεϊκή φωτιά για μια αγνή και ανέγγιχτη Αγάπη».
Ανοίγαμε την «Ιερά Σύνοψη», Σύναψη τη λέγαμε, ή τον «Επιτάφιο Θρήνο», το μικρό βιβλιαράκι με το μωβ εξώφυλλο και την εικόνα της Σταύρωσης ή το πρόσωπο του Ιησού με το αγκάθινο στεφάνι. Προσπαθούσαμε να διαβάσουμε σωστά τα κείμενα των ύμνων με τις πρωτόγνωρες για μας λέξεις, για να τα ψάλλουμε όσο το δυνατόν καλύτερα.
Εκείνα τα ζεστά απογεύματα της Μεγάλης Παρασκευής που πιστεύαμε πως αργούσε να σουρουπώσει και φως υπήρχε μέχρι αργά το βράδυ, βόλτα στο Λιμάνι δεν κάναμε. Περνούσαμε ολόκληρο το απόγευμα στην εκκλησία, όπου πηγαινοερχόταν κόσμος πολύς. Αρκετές γυναίκες συνήθιζαν να πηγαίνουν στα γειτονικά ξωκλήσια, στον Αγιοθανάση, τον Αγιομηνά, τον Αϊ - Νικόλα, τον Αϊ - Γιάννη για να ανάψουν τα καντήλια.
Άλλοι πάλι έβρισκαν την ευκαιρία να βγουν «έξω» και να απολαύσουν την ανοιξιάτικη φύση. Οι μεγαλύτεροι έκοβαν τα αμάραντα, τα μωβ ανοιξιάτικα λουλούδια, ενώ τα παιδιά έπαιζαν «νύφη και γαμπρό» με φλογάτες παπαρούνες. Άνοιγαν τα μπο-υμπούκια μαντεύο-ντας το χρώμα, το κόκκινο της νύφης ή το άσπρο του γαμπρού. Άλλα «έσκαζαν» τις παπαρούνες! Τοποθετούσαν ένα πέταλο του λουλουδιού στο εσωτερικό της παλάμης ή το έβαζαν στο επάνω μέρος του χεριού τους κάνοντάς το γροθιά. Στη συνέχεια με το άλλο τους χέρι το χτυπούσαν δυνατά με αποτέλεσμα να «σκάζει» με κρότο! Οι ταπεινές παπαρούνες! Λουλούδια που βρέθηκαν τη φρικτή εκείνη στιγμή κάτω από το Σταυρό, αυτόπτες μάρτυρες του Μαρτυρίου! Πάνω τους έσταξε αίμα Θεού, χρώμα που κράτησαν για πάντα μέσα τους καθώς και την πίκρα που «ένιωσαν» για την αδικία που γινόταν!

Έριχναν και σαΐτες τα παιδιά, το ένα στο άλλο, άγρια στάχυα που καρφώνονταν με ιδιαίτερη ευκολία στα μάλλινα ρούχα τους. Άλλα πάλι έκοβαν κι έβαζαν στη μύτη τους, ακριβώς όπως φοράμε τα γυαλιά, τις «μυτούλες» ένα μικρό σκληρό περίβλημα σε σχήμα U που περιέχει σπόρους και μοιάζει με φασολάκι.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
«Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου. 
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις…»
Κ. Βάρναλης

Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1966. Η πομπή σταμάτησε στο γνωστό σημείο και ο παπα-Μιχάλης ξεκίνησε να ψάλλει τη δέηση «Υπέρ ζώντων και τεθνεώτων». Η αψεγάδιαστη φωνή του ακουγόταν τώρα διαφορετική. «Υπέρ της κωμοπόλεως ταύτης... Υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών... Υπέρ... Υπέρ...». Έβαλε όλη τη δύναμη που του ‘χε απομείνει και με σπαραγμό ψυχής έψαλε και το δικό του υπέρ. «Υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του δούλου σου Κωνσταντίνου...».
Ήταν για το γιο του, τον αδικοχαμένο, που είχε φύγει για πάντα από κοντά του στις 2 Ιουλίου του 1965, μόλις 25 χρόνων. Ένα βαθύ «αχ!» α-κούστηκε κι ένας λυγμός έπνιξε τις τελευταίες του λέξεις. Ο πατέρας μου στεκόταν δίπλα του ψελλίζοντας «Αιωνία η μνήμη!», ενώ ο κόσμος συγκινημένος κρατούσε την αναπνοή του. Ο παπα-Μιχάλης στηρίχτηκε στο μπράτσο του και κοιτάζοντας ψηλά ψιθύρισε: -Μιχαλάκη, πάμε! Τελείωσε κι αυτό…
Ήταν κάτι, όμως, που δεν τελείωσε γι’ αυτόν ποτέ, παρά μόνο όταν και ο ίδιος έφυγε από τη ζωή...

Δεν υπάρχουν σχόλια: