Κεραυνός εν αιθρία ! - > Η αποστομωτική απάντηση της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου ! ...

Κεραυνός εν αιθρία ! - > Η αποστομωτική απάντηση της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου ! ...
ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΦΩΤΟ -> Κεραυνός εν αιθρία ! - > Η αποστομωτική απάντηση της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου ! ...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το τελευταίο αντίο -> στο ν Γιώργο Αρ. Φοίβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το τελευταίο αντίο -> στο ν Γιώργο Αρ. Φοίβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

Αυτοί που φεύγουν - κείμενο για το φευγιό του Γώργου Αρ. Φοίβα ....

 

Αφιερωμένο στη μνήμη του, από την αγαπημένη του ανιψιά Βιβή  Δ. Σκούρτη

==========================================================================================================================

Δεν ήμουν στην κηδεία του θείου μου γιατί είχα να κάνω ιατρικές εξετάσεις.

Αυτό το κείμενο  είχε φιλοξενηθεί στο περιοδικό μας και με  αυτό, τον αποχαιρετώ.




Φώτο 1) 1955 Γιώργος Φοίβας, Δέδες Κοντόπουλος 

   Η χειροποίητη επιπλοποιία στην Ερμιόνη

Κάποτε ο επιπλοποιός ήταν ένας καλλιτέχνης που αποτύπωνε στα έργα του τη φαντασία, το μεράκι, τη δεξιοτεχνία και την ψυχή του. Δεν είναι τυχαίο που ο «πατέρας» του Πινόκιο ήτανε ένας επιπλοποιός που έδωσε στο «παιδί του» ομιλία και ψυχή! Ήταν δηλαδή ένας μικρός ”Θεός”. Η επιπλοποιία χαρακτηρίζεται ως «εφαρμοσμένη τέχνη», αφού όχι μόνο εξυπηρετεί καθημερινές ανάγκες, αλλά αποτελεί και ένα καλλιτεχνικό έργο. Στις μέρες μας, ελάχιστα έπιπλα έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Τα περισσότερα κατασκευάζονται σε βιομηχανικές μονάδες και το ρόλο του επιπλοποιού τον έχουν αναλάβει τα .. ρομπότ. Η Ρομποτική –Αυτοματική κατασκευάζει έπιπλα για λειτουργικές ανάγκες, έπιπλα όμως χωρίς ανάσα και ψυχή.  Στην Ερμιόνη πολλά σπίτια έχουν αυτή την κληρονομιά και την προσέχουν ως κόρη οφθαλμού! Είναι πολλοί που αναγνωρίζουν την καλλιτεχνική  αξία των παλιών επίπλων και χαίρονται για την κληρονομιά  ενός κομμού ή μιας σιφονιέρας, δε λείπουν όμως και εκείνοι που τα ξεφορτώνονται με τον πιο σκληρό τρόπο.

Ο δάσκαλος που έβγαλε πολλούς επιπλοποιούς στην Ερμιόνη ήταν ο Παναγιώτης Οικονόμου (Κοτσιγκιώνης). Το επιπλοποιείο του, που  δεν υπάρχει πια ως κτίριο, είναι τώρα η αυλή της Βενετίας Σχοινά. Ήταν στο κέντρο της εμπορικής ζωής της πόλης. Δίπλα του ήταν ο φούρνος του Τάγκαλου, πίσω του η ταβέρνα του Μαρουλά, πιο πάνω το χρυσοχοείο του Μήτσου Νάκου, πατέρα του Λευτέρη, πιο κάτω κουρείο και χασάπικο του Γιώργου Δημαράκη που αργότερα έγινε ταβέρνα του Αντρέα Τσέλλου.

 - Ο Κοτσιγκιώνης, ο δάσκαλός μου, ήταν εκτός από πολύ καλός μάστορας και προσωπικότητα. Συμμετείχε στο εργατικό κίνημα της εποχής ενεργά και κατείχε κάποια θέση στο σωματείο του. Για τις απόψεις του μάλιστα αυτές είχε κάνει και φυλακή στην Ακροναυπλία.

Οι μαθητές του, που αργότερα ακολούθησαν τις δικές τους τύχες, ήσαν: ο Αργύρης Σπετσιώτης, ο Κοσμάς Παπανδρέου, ο Τάσος Ντανές, ο Δημήτρης Μπουκουβάλας και τ’ αδέλφια Βαγγέλης και Λάζαρος Μουτσάτσος, ο Αργύρης Προκοπίου, ο Δημήτρης Μπουκουβάλας, ο Αντώνης Οικονόμου, ο Μάκης Καραγιάννης, ο Γιάννης Αραπάκης κι εγώ. Ο Αργύρης ο Σπετσιώτης όταν έφυγε από τον Κοτσιγκιώνη άνοιξε δικό του επιπλοποιείο, στο ισόγειο του σπιτιού του Πάνου Παπαμιχαήλ.

Τα έπιπλα που παίρναμε παραγγελία να φτιάξουμε ήταν: σιφινιέρες, τετράγωνα τραπέζια, τετράφυλλες ντουλάπες, τριθέσιοι καναπέδες, κομμοί, κρεβάτια (καριόλες τις λέγαμε τότε), αλλά και φέρετρα.

Τα ξύλα που συνήθως χρησιμοποιούσαμε ήταν οξιά, καρυδιά, ελιά, καραγάτσι ξύλο σκληρό καπλαμάς με ροζάκια, «συμπέθερος» του δεσποτάκι, αλλά και κοντραπλακέ.

Τα έπιπλα τα παράγγελναν οι γονείς των νεόνυμφων με συνεννόηση μεταξύ τους. Οι φτωχοί τα πλήρωναν με το μεροκάματό τους, κάποιες φορές  όλο το ποσό ή και σε δόσεις.

Τα πιο ακριβά έπιπλα που φτιάξαμε ήταν της Ειρήνης γυναίκας του Σταμάτη Σταματίου. Θυμάμαι πλήρωσαν τα αδέλφια της, οι Σαφακαίοι 90 λίρες! Αλλά ακριβά επίσης ήταν και τα έπιπλα της αδελφής της Μαρίας που παντρεύτηκε τον Αντρέα Βογανάτση. Όλα από φιγουρίνια!

Τα σκαλιστά σχέδια τα έβγαζε ξυλογλύπτης από της Αθήνα. Ο μάστορας συνεργαζόταν με τους αδελφούς Σταυρόπουλους, σπουδαίους ξυλογλύπτες της εποχής και αργότερα με κάποιον ονόματι Μιστιλίδη.  Τα μέτρα των επίπλων ήταν κανονισμένα από τον τεχνίτη.  Ο πελάτης παράγγελνε τρίφυλλο σερβάν  με βιτρίνες ή και κλειστό.  Σιφινιέρα με καθρέφτη, φυλλαράκια ή τέσσερα ράφια κλειστά. Οι διαστάσεις πάντα ήσαν συγκεκριμένες.

Η αμοιβή μας εκείνα τα χρόνια ήταν 60 δραχμές την εβδομάδα και αργότερα έγινε 100 δραχμές. Δουλεύαμε από το πρωί μέχρι το βράδυ, από Δευτέρα έως και το Σαββάτο, αλλά κάποιες φορές και την Κυριακή. Ωράριο δεν υπήρχε, μόνο ένας περιορισμός για το μεσημέρι, κυρίως το Καλοκαίρι για λόγους ησυχίας.

Τα εργαλεία της δουλειάς ήσαν πολλά και πρώτος-πρώτος ο μπάγκος, η πλάνη, τα σκαρπέλα, το σκεπάρνι, οι ξύστρες, το σμυλάρι, τα γυαλόχαρτα, οι ράσπες, τα τραβηχτά, οι σφιχτήρες. Εργαλεία του χεριού το ξεγυριστάρι, το κουραστάρι κι ο καταρράκτης.

Κολλούσαμε τα ξύλα μεταξύ τους με ψαρόκολλα και καζεΐνη, με καβίλιες και όπου χρειαζόταν βάζαμε και βίδες. Τα υφάσματα, τις φάσες, τις σούστες τα φέρναμε από την Αθήνα. Γυαλίζαμε τα έπιπλα με οινόπνευμα και γομολάκα, πολύ αργότερα βγήκαν τα βερνίκια. Με άσπρο οινόπνευμα κάναμε τα λευκά έπιπλα και με το πράσινο τα σκούρα. Όταν τα έπιπλα τελείωναν, τα κουβαλούσαμε με τα χέρια και οι πελάτες μάς κερνούσαν και μάς έδιναν μπουρμπουάρ.

Εγώ πήγα στο μάστορα να μάθω την τέχνη στα 17 μου χρόνια και μόλις είχε τελειώσει το θέρος, αφού η οικογένειά μου ήταν αγροτική, αλλά και πολυμελής, όπως όλες οι οικογένειες στην εποχή μας. << Μάθε τέχνη κι άστηνε κι όταν πεινάσεις πιάστηνε>>, έλεγε η μάνα μου και την έμαθα. Την έμαθα καλά και την πόνεσα, την αγάπησα.

Πολύ αργότερα άνοιξα κι εγώ το  δικό μου επιπλοποιείο στου Παπαβασιλείου, δίπλα στην Παναγία. Τα εργαλεία με το πέρασμα του χρόνου έγιναν ηλεκτρικά. Η πλάνη και η κορδέλα βοήθησαν την παραγωγή, μα το τελείωμα γινόταν πάντα στα χέρια, στα χέρια που από τα σύγχρονα εργαλεία έμειναν χωρίς δάχτυλα. Τα κομμένα δάχτυλα είναι ο φόρος τιμής στο επάγγελμα του επιπλοποιού και του μαραγκού κι εγώ εκείνο το φόρο τον έδωσα με το παραπάνω.

Φωτο 2) 2-5-1965 έξω από το Επιπλοποιείο του

1953 Γιώργος Φοίβας, Τάσος Ντανές

Τη συνέντευξη μου παραχώρησε ο θείος μου, αδελφός της μητέρας μου Γεώργιος Φοίβας που εικονίζεται στη φωτογραφία μπροστά στον πάγκο, μέσα στο επιπλοποιείο, παλληκαράκι τότε 17 χρόνων (Φεβρουάριος 1955) και στα χέρια του κρατάει το ξεγυριστάρι. Δίπλα του είναι ο Δέδες Κοντόπουλος, μαθητής και αυτός του Παναγιώτη Οικονόμου (Κοτσιγκιώνη). Και η φωτογραφία, φυσικά του αείμνηστου Στέφου Αλεξανδρίδη, όπως και οι υπόλοιπες.