Χάκερς έσπασαν τους κωδικούς...

Χάκερς έσπασαν τους κωδικούς...
11 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟY 2019 - Χάκερ/ες έσπασαν τους κωδικούς και κατέστρεψαν όλο το αρχείο του blog...Η ιστορία της Ερμιονίδας και η δική μας με 20 χρόνια ανιδιοτελούς προσφοράς στον τόπο που μας γέννησε με ένα κλικ "στα εξ ων συνετέθη"Συνεχίζουμε να κτίζουμε ξανά με φθαρμένα εργαλεία... τα συντρίμμια, που άφησαν πίσω τους οι διεφθαρμένοι εμπνευστές του σχεδίου και οι εκτελεστές τους... Οι χάκερς είναι διεστραμμένοι άνθρωποι, κομπλεξικοί,αλλά οι γνωστοί εντολείς τους παλιάνθρωποι και ανήθικοι, μέχρι το μεδούλι τους! Δεν μπορεί, κάπου- κάποτε θα σμίξουμε... ΣΤΑΜ. ΔΑΜ

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Από το βιβλίο του Γιάννη Μιχ. Σπετσιώτη «Ω γλυκύ μου έαρ»


Αποσπάσματα (2) σελ. 24-25 ---- (3) σελ. 32

.
«Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες, ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα της εκκλησιάς...»
Κ. Παλαμάς

Μετά το μεσημεριανό φαγητό πολλά παιδιά, αγόρια και κορίτσια συναντιόμαστε στις δύο ενορίες, στον Ταξιάρχη και την Παναγία. Σχηματίζαμε δύο μικτούς χορούς, έναν στο δεξιό κι έναν στο αριστερό αναλόγιο και ξεκινούσαμε να ψάλλουμε τα εγκώμια και τον κανόνα «Κύματι θαλάσσης». Γλυκές παιδικές-εφηβικές φωνές αντάμωναν τα ανοιξιάτικα σκιρτήματα της ψυχής που φαίνονταν στα μάτια και τα μάγουλα που κοκκίνιζαν. Όμορφα σώματα με ρούχα ελαφριά ντυμένα «φλογίζονταν μέσα σε θεϊκή φωτιά για μια αγνή και ανέγγιχτη Αγάπη».

Ανοίγαμε την «Ιερά Σύνοψη», Σύναψη τη λέγαμε, ή τον «Επιτάφιο Θρήνο», το μικρό βιβλιαράκι με το μωβ εξώφυλλο και την εικόνα της Σταύρωσης ή το πρόσωπο του Ιησού με το αγκάθινο στεφάνι. Προσπαθούσαμε να διαβάσουμε σωστά τα κείμενα των ύμνων με τις πρωτόγνωρες για μας λέξεις, για να τα ψάλλουμε όσο το δυνατόν καλύτερα.

Εκείνα τα ζεστά απογεύματα της Μεγάλης Παρασκευής που πιστεύαμε πως αργούσε να σουρουπώσει και φως υπήρχε μέχρι αργά το βράδυ, βόλτα στο Λιμάνι δεν κάναμε. Περνούσαμε ολόκληρο το απόγευμα στην εκκλησία, όπου πηγαινοερχόταν κόσμος πολύς. Αρκετές γυναίκες συνήθιζαν να πηγαίνουν στα γειτονικά ξωκλήσια, στον Αγιοθανάση, τον Αγιομηνά, τον Αϊ - Νικόλα, τον Αϊ - Γιάννη για να ανάψουν τα καντήλια.

Άλλοι πάλι έβρισκαν την ευκαιρία να βγουν «έξω» και να απολαύσουν την ανοιξιάτικη φύση. Οι μεγαλύτεροι έκοβαν τα αμάραντα, τα μωβ ανοιξιάτικα λουλούδια, ενώ τα παιδιά έπαιζαν «νύφη και γαμπρό» με φλογάτες παπαρούνες. Άνοιγαν τα μπο-υμπούκια μαντεύο-ντας το χρώμα, το κόκκινο της νύφης ή το άσπρο του γαμπρού. Άλλα «έσκαζαν» τις παπαρούνες! Τοποθετούσαν ένα πέταλο του λουλουδιού στο εσωτερικό της παλάμης ή το έβαζαν στο επάνω μέρος του χεριού τους κάνοντάς το γροθιά. Στη συνέχεια με το άλλο τους χέρι το χτυπούσαν δυνατά με αποτέλεσμα να «σκάζει» με κρότο! Οι ταπεινές παπαρούνες! Λουλούδια που βρέθηκαν τη φρικτή εκείνη στιγμή κάτω από το Σταυρό, αυτόπτες μάρτυρες του Μαρτυρίου! Πάνω τους έσταξε αίμα Θεού, χρώμα που κράτησαν για πάντα μέσα τους καθώς και την πίκρα που «ένιωσαν» για την αδικία που γινόταν!

Έριχναν και σαΐτες τα παιδιά, το ένα στο άλλο, άγρια στάχυα που καρφώνονταν με ιδιαίτερη ευκολία στα μάλλινα ρούχα τους. Άλλα πάλι έκοβαν κι έβαζαν στη μύτη τους, ακριβώς όπως φοράμε τα γυαλιά, τις «μυτούλες» ένα μικρό σκληρό περίβλημα σε σχήμα U που περιέχει σπόρους και μοιάζει με φασολάκι.
 -----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

.
«Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου. 

Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις…»

Κ. Βάρναλης

Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1966. Η πομπή σταμάτησε στο γνωστό σημείο και ο παπα-Μιχάλης ξεκίνησε να ψάλλει τη δέηση «Υπέρ ζώντων και τεθνεώτων». Η αψεγάδιαστη φωνή του ακουγόταν τώρα διαφορετική. «Υπέρ της κωμοπόλεως ταύτης... Υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών... Υπέρ... Υπέρ...». Έβαλε όλη τη δύναμη που του ‘χε απομείνει και με σπαραγμό ψυχής έψαλε και το δικό του υπέρ. «Υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του δούλου σου Κωνσταντίνου...».
Ήταν για το γιο του, τον αδικοχαμένο, που είχε φύγει για πάντα από κοντά του στις 2 Ιουλίου του 1965, μόλις 25 χρόνων. Ένα βαθύ «αχ!» ακούστηκε κι ένας λυγμός έπνιξε τις τελευταίες του λέξεις. Ο πατέρας μου στεκόταν δίπλα του ψελλίζοντας «Αιωνία η μνήμη!», ενώ ο κόσμος συγκινημένος κρατούσε την αναπνοή του. Ο παπα-Μιχάλης στηρίχτηκε στο μπράτσο του και κοιτάζοντας ψηλά ψιθύρισε: -Μιχαλάκη, πάμε! Τελείωσε κι αυτό…
Ήταν κάτι, όμως, που δεν τελείωσε γι’ αυτόν ποτέ, παρά μόνο όταν και ο ίδιος έφυγε από τη ζωή...


Δεν υπάρχουν σχόλια: