Διαδρομές, εξέλιξη, κορύφωση και, «το κοινόν χρέος»…
Από τη συγγραφέα και ποιήτρια Λενέτα Στράνη
=========================================================================================
Η Τζένη
Ντεστάκου γράφει στις εντυπώσεις της για την εκδήλωση, μεταξύ άλλων στο άρθρο της, για το κείμενο της κας Λ.
Στράνη>>>
[...]Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η παρουσία της συγγραφέως και ποιήτριας κας Λενέτας Στράνη,
η οποία είχε την ευθύνη της έκδοσης μαζί με τον κ. Πάνο Αστίθα.
Η κυρία Στράνη δεν περιορίστηκε σε μια στεγνή ακαδημαϊκή παρουσίαση.
Με έναν καθηλωτικό, θεατρικό και βαθιά αφηγηματικό τρόπο ομιλίας, κατάφερε να μαγνητίσει το κοινό και να «ταξιδέψει» τους παρευρισκόμενους στην εποχή του Ρέπουλη.
Η λυρικότητα της φωνής της και η θεατρική της πλαστικότητα στο βήμα «ζωντάνεψαν» τους καρπούς της πολυετούς έρευνάς της. Φώτισε άγνωστες πτυχές της ζωής του μεγάλου πολιτικού, αποδεικνύοντας στην πράξη πως όταν η ιστορική γνώση μεταδίδεται με πάθος και καλλιτεχνική ευαισθησία, νικά οριστικά τη λήθη και την αφάνεια...
=================================================================================================================================================
Παραθέτουμε, όλη την ομιλία της κας Λενέτας Στράνη
Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας,
απόψε, έχουμε τη χαρά και την τιμή να σας παρουσιάσουμε το βιβλίο με τίτλο Εμμανουήλ Ρέπουλης. Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου (1917-1920), το οποίο δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του ομώνυμου Συλλόγου των Απανταχού Κρανιδιωτών και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 απ’ τις εκδόσεις Κουκκίδα.
Είναι
το δεύτερο σε σειρά έκδοσης για τον μεγάλο Έλληνα δημοσιογράφο και πολιτικό, ο
οποίος τίμησε, στην κυριολεξία, την παρούσα Βουλή με την ευγένεια του
χαρακτήρα, τ’ απαράμιλλα προσόντα, τον καθαρό πολιτικό λόγο και το υψηλό ήθος
του. Μια ξεχωριστή περίπτωση πνευματικού ανθρώπου, που όμως παρέμεινε στην
αφάνεια επί σειρά ετών.
Πρόθεση
όλων ήταν η συγκεκριμένη εκδήλωση να πραγματοποιηθεί μετά την παρέλευση εκατό
ακριβώς χρόνων απ’ την ημέρα του θανάτου του (στις 13 Μαΐου 1924), αλλά κάποιες
δυσχέρειες στην πορεία της διαδικασίας δεν το επέτρεψαν.
Ο
Εμμανουήλ Ρέπουλης γεννήθηκε το 1863 στο Κρανίδι Ερμιονίδας, με πατέρα τον
Παντελή Ρέπουλη (ή Λιέπουρη), ναυτικό στο επάγγελμα, και μητέρα την Παρασκευή,
το γένος Λάμπρου. Τρίτο κατά σειρά παιδί της οικογένειας, είχε τέσσερις
αδελφούς και δύο αδελφές.
Η
αμόλυντη μέχρι τότε φύση της υπαίθρου τον προίκισε με την αισθητική, τη
σεμνότητα, το μέτρο, την εσωτερική αρμονία και τη σοφία, που τον διέκριναν σε
όλη του την προσωπική διαδρομή. Έτσι συνήθως συμβαίνει με κάθε άτομο, εφόσον
διαθέτει την ανάλογη παρατηρητικότητα, την οξύνοια και την ευαισθησία για να
αισθανθεί αναπόσπαστο μέρος του συμπαντικού γίγνεσθαι. Η ψυχή του μυρώθηκε,
όπως γράφει ο Πλάτων Ροδοκανάκης, απ’ τις ακριβές μυρωδιές της γραφικής
Κοιλάδας και τ’ όμορφο ακρογιάλι που τον ανέθρεψε.
Αφού
τελείωσε το Σχολαρχείο Κρανιδίου, συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στο
Ναύπλιο, για να καταλήξει στην πρωτεύουσα, όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή της
Αθήνας.
Πολύ
γρήγορα τον κερδίζει η δημοσιογραφία, και αρχικά εργάζεται ως διορθωτής
στην Καθημερινή του Μ. Λάμπρου. Το 1890 γίνεται αρχισυντάκτης
της Ακροπόλεως, όπου μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη μεγαλουργεί,
ανοίγοντας νέους για τη χώρα ορίζοντες.
Η
ταλαντούχα πένα του κόσμησε τις στήλες αρκετών εφημερίδων και ποιοτικών
περιοδικών: Εστία, Νέον Άστυ, Σκριπ,
την Ελλάδα του Σ. Ποταμιάνου κ.ά.
Βαθύς
γνώστης της ελληνικής γλώσσας, μέσ’ απ’ τα άρθρα του στηλιτεύει με ευθυκρισία
τη συναλλαγή, τη βία, τη διαπλοκή, τις παλαιοκομματικές εν γένει μεθόδους·
δεινά που μας κατατρύχουν ακόμη, αναστέλλοντας σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη και
την πρόοδο της κοινωνίας μας.
Ο
σπουδαίος δημοσιογράφος-λογοτέχνης, όπως δικαίως χαρακτηρίστηκε, πίστευε
ακράδαντα ότι το λειτούργημα που ασκούσε αποτελεί το μόνο μέσο που αφυπνίζει
τους λαούς· τους κινητοποιεί και τους καθιστά συμμέτοχους στη δημοκρατική
διακυβέρνηση κάθε χώρας.
Τεράστια ήταν και η ανιδιοτελής προσφορά του στην
πολιτική σκηνή. Το 1899 εκλέγεται βουλευτής Ερμιονίδας και ξεχωρίζει για την
πρωτοποριακή του σκέψη, την ευγένεια, την υπευθυνότητα, τα διοικητικά προσόντα,
τη φύσει και θέσει δημοκρατική του συμπεριφορά. Στο βήμα, γράφει πάλι ὁ Πλάτων
Ροδοκανάκης, διαθέτει «την ελαστικότητα του μούτσου» και «την ψυχραιμίαν των
παλαιών καραβοκύρηδων».
Επί πρωθυπουργίας του Γεωργίου Θεοτόκη, συνέβαλε με
νεωτεριστικές προτάσεις, στην εισήγησή του για τον κρατικό προϋπολογισμό, και
μετά την εκλογική του αποτυχία το 1903, διορίζεται γενικός γραμματέας του
Υπουργείου Οικονομικών. Οι αλλεπάλληλες όμως επεμβάσεις της φαυλοκρατίας
σύντομα τον ανάγκασαν σε παραίτηση.
Με
την επανεκλογή του, το 1905, προσχωρεί στην ομάδα των «Ιαπώνων», και μετά τη
διάλυσή τους δραστηριοποιείται στην κίνηση που οδηγεί στην επανάσταση του 1909.
Η
επαφή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, υπήρξε για κείνον καθοριστική. Με
την ανακήρυξή του σε υπαρχηγό του κόμματος των Φιλελευθέρων, του δόθηκε η ευκαιρία
να υλοποιήσει όλα του τα οράματα.
Ακολουθεί
η θητεία του στο Υπουργείο Εσωτερικών, 1910-1915, και ο διορισμός του ως
Γενικού Διοικητή Μακεδονίας. Στη συνέχεια αναλαμβάνει το Υπουργείο Οικονομικών
και επιστρέφει στο Εσωτερικών απ’ το 1917 μέχρι το 1920, αντιπρόεδρος πλέον
στην Κυβέρνηση Βενιζέλου.
Μεταξύ
των πολλών νόμων που εισήγαγε εκείνη την περίοδο, ήταν και ο «Περί Δήμων και
Κοινοτήτων». Μνημειώδεις δε υπήρξαν και οι λόγοι του για τα Νοεμβριανά του
1916.
Μετά
τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον Ιούλιο του 1920,
οι Φιλελεύθεροι ηττήθηκαν στις επόμενες εκλογές της 1ης Νοεμβρίου. Κατηγορούν
τον Ρέπουλη για μετριοπαθή διαχείριση στο θέμα των συλληφθέντων δραστών και του
χρεώνουν την εκλογική αποτυχία τους. Τότε, αυτοεξορίζεται τον ίδιο μήνα μαζί με
τον Βενιζέλο στο Παρίσι. Το 1923 επανεξελέγη βουλευτής αλλά εξαιτίας της
κλονισμένης υγείας του δεν κατόρθωσε ν’ αναλάβει καθήκοντα. Αποβιώνει μετά έναν
χρόνο στο Κρανίδι, σε ηλικία μόλις εξήντα ενός ετών.
Απ’
τις θέσεις εξουσίας που κατείχε δεν επεδίωξε κανέναν πλουτισμό· έφυγε σε
απόλυτη οικονομική δυσχέρεια. Ενώ ψυχορραγούσε, είδε να τον πλησιάζει ο
ακόλουθός του Γαλάνης με μια φιάλη οξυγόνου, έπειτα από εντολή γιατρού.
«Καημένε, Γιώργη», του ψιθύρισε ημιθανής, «ξέρεις πόσο κοστίζουν αυτά· εμείς
πώς θα τα πληρώσουμε;». Αδιαφορούσε τόσο για τα υλικά αγαθά που στερήθηκε ακόμη
και τ’ απαραίτητα για την υγεία του νοσήλια.
Εργαζόταν
αφιλοκερδώς για το κοινό καλό δίχως να εξαργυρώσει τίποτα και από κανέναν. Όσο
ζούσε, αγωνιζόταν με πάθος να ενώσει τους διχασμένους Έλληνες.
Στην
τελετή της κηδείας του παρευρέθησαν πλήθος κόσμου, αξιωματούχοι και άπαντες οι
μεγαλοσχήμονες των Αθηνών. Ο Κώστας Αθάνατος συγκινεί με το άρθρο του: «Το
σπίτι του Ρέπουλη δεν ήτο αρχοντικό, το ξύλινο μπαλκόνι του φαγωμένο,
σκεβρωμένο, κατάμαυρο, ετοιμόρροπο. Εισήλθομεν στην κάμαρα, που τον
κατησπάσθημεν νεκρόν, στην κάμαρα που απεσύρετο κυβερνήτης κάποτε, με την
Ελλάδα των Πέντε Θαλασσών· διά να κλαύσωμεν την σύγχρονο δόξα μας. Το ταβάνι με
καδρόνια προσθετικά. Εδώ, σου λέει, θα τσαλακωθείτε, μασκαράδες. Στον τοίχο, το
πορτρέτο της μητέρας του· και σεντούκια. Στη μέση το φέρετρο, τίποτε άλλο. Ίδε
ο Εμμανουήλ Ρέπουλης. Περιυβρίσθη, παρεξηγήθη, εσυκοφαντήθη, εξεπατρίσθη,
εκατελείφθη· και εδέχθη το κώνειον αναπολόγητος». Πιο κάτω καταγράφει τα γνήσια
και άδολα συναισθήματα των απλών ανθρώπων του λαού: «Όταν έφθανεν η παπαδαριά
με τα ξεφτέρια και οι δεσποτάδες με τα άμφια, είδα ένα μικρούλι ανθοστέφανο,
καμωμένο από λουλούδια του αγρού. Η χάρτινη κορδέλα έγραφε: Η Κοινότης
Κοιλάδος. Μια χωρική με ξέπλεχτα μαλλιά εδερνότανε μοιρολογώντας στην
αρβανίτικη γλώσσα:
Κι από τους χρόνους τους παλιούς
θά βρεις, Μανώλη, εκεί που πας
ανθρώπους πονεμένους·
που εκάμανε στον τόπο τους καλό.
Και
υπογραμμίζει ο Κώστας Αθάνατος: «Τα Κρανίδια του καθενός μας είναι το παν. Να
μάθουμε να μην τα περιφρονούμε, οι μάταιοι άνθρωποι. Τα Κρανίδια που μας
έβγαλαν δικαιούνται και να μας παίρνουν».
Αυτός
ο ενάρετος πρωτοπόρος και αναμορφωτής, τον οποίο ο Ελευθέριος Βενιζέλος
προόριζε για δικό του διάδοχο, περιέπεσε στα υπόγεια της λήθης για δεκαετίες
ολόκληρες.
Αποκεί
τον ανέσυρε ένας άλλος πνευματικός άνθρωπος, ο Κρανιδιώτης επιστήμονας, γιατρός
Δημήτρης Καμιζής. Στις μεταξύ μας συζητήσεις, αναφερόταν συχνά στην εξέχουσα
προσωπικότητα του λησμονημένου συμπατριώτη του· προβληματισμένος πάντα για την
άδικη αποσιώπηση του έργου και της ζωής του. Αυτό τον απασχολούσε απ’ τα χρόνια
της διαμονής του ακόμη στην Αθήνα, και αργότερα, ως διευθυντή του νοσοκομείου
στο Ναύπλιο.
Όταν
αποφάσισαν με την οικογένειά του να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ερμιονίδα,
έχοντας κατά νου να προσφέρει στον γενέθλιο τόπο του στελεχώνοντας άρτια το
Κέντρο Υγείας Κρανιδίου, εξέφρασε την επιθυμία να φροντίσουμε για ένα βιβλίο
που θα έκανε γνωστό τον Εμμανουήλ Ρέπουλη στο ευρύ κοινό.
Κατ’
αρχάς, είχα αρκετές επιφυλάξεις, επειδή η ενασχόλησή μου με τη συγγραφή δεν
περιελάμβανε τον τομέα της ιστορικής έρευνας. Οι αντιστάσεις μου όμως κάμφθηκαν
και υποσχέθηκα να προσπαθήσω με όλες μου τις δυνάμεις μόλις μου παρουσίασε την
ιδιόχειρη διαθήκη του έντιμου πολιτικού· αυτή την οποία ο ίδιος θα σας διαβάσει
στη συνέχεια.
Το
1999, επί δημαρχίας του, συγκέντρωσε πλούσιο υλικό, εμείς παράλληλα κάναμε
έρευνα στη βιβλιοθήκη της Παλαιάς Βουλής, και το 2001 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο
απ’ τις Γραφικές Τέχνες Αργυρόπουλος ΕΠΕ με δική του αποκλειστικά
χρηματοδότηση.
Περιείχε
επιστολές που γράφτηκαν απ’ τον Εμμανουήλ Ρέπουλη στη Γαλλία και στάλθηκαν σε
φίλο ιδιώτη απ’ τον Νοέμβριο του 1920 μέχρι τον Οκτώβριο του 1922. Σ’ αυτές
περιγράφει τα γεγονότα της εκλογικής ήττας και τις αιτίες που την προκάλεσαν·
ξετυλίγει το δράμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και τις ευθύνες των αρμοδίων·
σκιαγραφεί την ελληνική ψυχοσύνθεση και παραθέτει τις εντυπώσεις του απ’ το
ευρωπαϊκό πνεύμα σε σύγκριση με τα κακώς κείμενα στον τόπο του. Περιείχε ακόμη
δύο άρθρα δικά του, που δημοσιεύτηκαν στην Εστία, όπως και των
δημοσιογράφων Πλάτωνα Ροδοκανάκη και Κώστα Αθάνατου. Επίσης, μια ομιλία του σε
συνεδρίαση της Βουλής τον Αύγουστο του 1917.
Η
υποδοχή απ’ τους αναγνώστες ήταν ανέλπιστη· και τα 2.000 αντίτυπα, με 300
δερματόδετα για επιφανείς αποδέκτες, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα εξαντλήθηκαν.
Ο
Δημήτρης Δημόπουλος των εκδόσεων Κουκκίδα μάς διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα προβεί
σε ανατύπωση. Ευελπιστούμε να το αναζητήσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι
ιδιώτες και αρμόδιοι φορείς, επειδή πρόκειται για ένα αξιόλογο έργο που
αναφέρεται σε σημαντικά γεγονότα της νεότερης ιστορίας μας.
Έκτοτε,
παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετώπισε η χώρα τα προηγούμενα
χρόνια, ο Δημήτρης Καμιζής δεν εφησύχασε. Απ’ το 2001, για μια εικοσιπενταετία,
αναζητούσε επιπλέον στοιχεία και περαιτέρω κείμενα. Με δική του πρωτοβουλία
ιδρύθηκε ο εν λόγω Σύλλογος των Απανταχού Κρανιδιωτών, από καταξιωμένα άτομα
της περιοχής· και με την αμέριστη βοήθεια όλων τους ολοκληρώθηκε ο δεύτερος
τόμος. Για το περιεχόμενό του θα μας μιλήσει ο καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης
Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου κ. Θανάσης Χρήστου.
Η
έκδοση πραγματοποιήθηκε με την ευγενική χορηγία της κ. Δήμητρας Δέμου-Φωστίνη
και την επιμέλεια του φιλόλογου Πάνου Αστίθα, πρώην συνεργάτη του Μορφωτικού
Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας και σήμερα των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.
Κυρίες
και κύριοι, σύμφωνα με σύγχρονους στοχαστές, η ανθρωπότητα πορεύεται, στις
μέρες μας, σε αντιπνευματική μεταβατική οδό, που ενδεχομένως θα μας οδηγήσει
στον αιώνα του μεταανθρώπου. Άπειρες οθόνες βάλλουν εναντίον της ζωντανής
επικοινωνίας και μας εθίζουν στην εικονική ζωή, ευνοώντας την πλήρη απομόνωση.
Ενώ η τεχνητή νοημοσύνη και άλλα παρόμοια επιτεύγματα περιορίζουν τις
δυνατότητες της σκέψης, τον συναισθηματικό αυτοέλεγχο και τον προβληματισμό.
Παλαιότερες
ανακαλύψεις σ’ αυτούς του τομείς σκόπευαν να αντικαταστήσουν τις μυϊκές
δυνάμεις του ανθρώπου· σήμερα φιλοδοξούν να τον απαλλάξουν και απ’ τις νοητικές
λειτουργίες του. Οπότε μαζί με την κλιματική κρίση, που ταλανίζει ολόκληρο τον
πλανήτη, επιβάλλεται να προβληματιστούμε και για την αλλαγή του είδους μας.
Αποδεχόμαστε
βεβαίως πως τα οφέλη απ’ την ταχεία ανάπτυξη της τεχνολογίας είναι πολλά·
τελευταία όμως η πλάστιγγα γέρνει στις αρνητικές επιπτώσεις της. Γι’ αυτόν
ακριβώς το λόγο, ειδικοί επιστήμονες του χώρου μάς παροτρύνουν να ελέγξουμε
κάπως το χρόνο που της αφιερώνουμε. Αλλά ακόμη και στις καλύτερες συνθήκες
προσαρμογής, πολλοί αναρωτιούνται αν όλοι οι πολίτες ανεξαιρέτως θα είναι σε
θέση να συνεργαστούν προς το συμφέρον τους με τις μηχανές· ειδικά οι ευάλωτες
ομάδες. Οι επαΐοντες ισχυρίζονται πως οι μεγάλες πολυπλοκότητες παρουσιάζουν
φαινόμενα χάους. Όλα τούτα θα μπουν σε τάξη; Και σε πόσο χρονικό διάστημα;
Όσο
για τη χρηματοδότηση της έρευνας των ανθρωπιστικών επιστημών, ούτε λόγος να
γίνεται. Οικονομικές και πολιτικές εξουσίες αρνούνται να αντιληφθούν το
παρεχόμενο κέρδος για τον άνθρωπο. Με αποτέλεσμα να επικρατούν η ανασφάλεια και
η σύγχυση. Παράγοντες που βλάπτουν σταδιακά την ψυχοπνευματική μας ισορροπία.
Καλό θα ήταν λοιπόν να ξαναδιαβάσουμε την ιστορία μας με κριτική ματιά και να φέρουμε στο προσκήνιο φωτεινά παραδείγματα, όπως αυτό του Εμμανουήλ Ρέπουλη, ώστε να αναδειχθούν υγιή πρότυπα για τις νεότερες γενιές, στο παρόν και στο μέλλον. Ας ευχηθούμε πως και η επίσημη πολιτεία θα λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Ίσως είναι ένας απ’ τους τρόπους να επανακάμψουμε στις διαχρονικές ανθρώπινες αξίες της ουσιαστικής προόδου και του πολιτισμού. Οι κοινωνίες μας το έχουν ανάγκη.











.jpg)


.jpg)
