Σημαντικό άρθρο του Γιάννη Σπετσιώτη & Τζένης Ντεστάκου. –
Διαβάστε όλο και αν χρειαστεί ξανά και ξανά….
Η βία των ανηλίκων και η
κρίση των προτύπων στην ελληνική κοινωνία
Εδώ και αρκετά χρόνια, η Χώρα μας
πλήττεται από συνεχιζόμενα και εντονότατα φαινόμενα βίας ανηλίκων, αγοριών και
κοριτσιών 12 έως 17 ετών, με θύματα κυρίως συνομηλίκους τους.
Φυσικά, το πρόβλημα δεν είναι μόνο
ελληνικό, αλλά ευρύτερα ευρωπαϊκό και παγκόσμιο. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η
πανδημία επέτεινε την κατάσταση, ενώ άλλοι μεταθέτουν την ευθύνη αποκλειστικά
στο οικογενειακό περιβάλλον. Το βέβαιο είναι ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει. Με
τα τωρινά δεδομένα, είναι αμφίβολο αν το πρόβλημα μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί
αποτελεσματικά και με ασφάλεια.
Τα εμπειρικά και επιστημονικά δεδομένα
επιβεβαιώνουν ότι η πηγή της νεανικής παραβατικότητας εντοπίζεται συχνά στο
σπίτι. Οι γονείς που επιβάλλουν σκληρές ποινές, πιστεύοντας ότι έτσι θα
καταστείλουν τις βίαιες αντιδράσεις των παιδιών τους, διαψεύδονται. Γίνονται οι
ίδιοι αρνητικά πρότυπα μίμησης, αφού «ό,τι σπέρνεις, θερίζεις». Παράλληλα,
παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον φθόνου και μίσους, μεταφέρουν
αναπόφευκτα όσα βλέπουν και ακούν στο σχολείο και την κοινωνία. Στην κλασική
ελληνική ταινία «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», ο σπουδαίος Μάνος Κατράκης αναφέρει
χαρακτηριστικά: «Η βία είναι κακός σπόρος, γιατί φέρνει βία».
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν οι
υπερελαστικοί γονείς, οι οποίοι επιδεικνύουν συνειδητά μεγάλη ανοχή και συχνά
δικαιολογούν τις βίαιες αντιδράσεις των παιδιών τους. Με τη στάση τους αυτή,
όμως, καταλήγουν να εκτρέφουν την επιθετικότητά τους.
Πέρα από τα δύο αυτά άκρα, εντοπίζεται και
μια τρίτη, εξαιρετικά επικίνδυνη κατηγορία: οι αδιάφοροι και απερίσκεπτοι
γονείς. Πρόκειται για εκείνους που αφήνουν τα παιδιά τους στο «έλεος του Θεού».
Είτε από άγνοια είτε συνειδητά, παραμελούν πλήρως την αγωγή τους, θέτοντας ως
απόλυτη προτεραιότητα την καριέρα, το χρήμα, τα ταξίδια και την άνετη κοινωνική
ζωή. Παράλληλα, χωρίς να τους αφιερώνουν ουσιαστικό χρόνο, οι γονείς αυτοί
εγκλωβίζουν τα παιδιά σε ακραίες αντιφάσεις. Από τη μία τα «βομβαρδίζουν» με
ναρκισσιστικούς επαίνους του τύπου «είσαι μοναδικός» και «δεν υπάρχει άλλος σαν
εσένα» και από την άλλη τα ισοπεδώνουν με εκφράσεις όπως «δεν αξίζεις τίποτα».
Η παρατεταμένη απουσία των γονέων από το
σπίτι και η συναισθηματική τους απόσταση στερούν από τους ανηλίκους κάθε
σταθερά, οδηγώντας αυτά τα εγκαταλελειμμένα παιδιά στη βία.
Φυσική συνέχεια της οικογένειας για κάθε
παιδί αποτελεί το σχολείο. Η παρέμβαση πρέπει να ξεκινά ήδη από την Πρωτοβάθμια
Εκπαίδευση, καθώς η βία λειτουργεί κλιμακωτά και δεν γνωρίζει ηλικιακά όρια.
Αυτό που ξεκινά σαν ένα αθώο πείραγμα ή ένα φαινομενικά άδολο παιχνίδι, συχνά
με τη συνδρομή της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μπορεί
γρήγορα να εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες καταστάσεις.
Για τον λόγο αυτό, η ανοχή απέναντι στη
βία πρέπει να είναι μηδενική από την πρώτη κιόλας στιγμή. Μαθητές, γονείς και
εκπαιδευτικοί δικαιούνται να αισθάνονται απόλυτα ασφαλείς μέσα στην
εκπαιδευτική κοινότητα.
Δυστυχώς, στα Γυμνάσια και τα Λύκεια της
χώρας, η επιθετικότητα ορισμένων ανηλίκων λαμβάνει πλέον επικίνδυνες
διαστάσεις. Τα θύματα δεν υφίστανται μόνο σωματική κακοποίηση αλλά και βαθύ
ψυχικό εξευτελισμό. Τα παραδείγματα σοκάρουν: από τη σύλληψη δεκαπεντάχρονου
μαθητή που κυκλοφορούσε στο προαύλιο με γεμάτο πιστόλι, μέχρι τη συστηματική
κατοχή μαχαιριών και αιχμηρών αντικειμένων.
Παράλληλα, πληθαίνουν οι αναφορές για
ανηλίκους που, είτε αυτόνομα είτε ενταγμένοι σε οργανωμένες συμμορίες,
εκβιάζουν, ξυλοκοπούν, ληστεύουν και φτάνουν στο σημείο να βανδαλίζουν ή να
πυρπολούν τα ίδια τους τα σχολεία.
Τι μπορεί να γίνει, λοιπόν, απέναντι σε
αυτή την πραγματικότητα; Η απάντηση προφανώς δεν είναι εύκολη. Τα αίτια της
σχολικής βίας μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τα ενδογενή και
τα εξωγενή.
Τα ενδογενή αίτια αφορούν
άμεσα το εσωτερικό κλίμα του σχολείου, το οποίο διαμορφώνεται από τις σχέσεις
μεταξύ εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων. Στο πλαίσιο αυτό, οι εκπαιδευτικοί
έχουν χρέος να γνωρίσουν σε βάθος τους μαθητές τους, ιδιαίτερα στις τάξεις όπου
διδάσκουν, όχι μόνο ως προς τις επιδόσεις τους στα μαθήματα αλλά και ως προς
την προσωπικότητα και την ψυχοσύνθεση τους. Η σωστή χαρτογράφηση των
αντιδράσεων κάθε παιδιού επιτρέπει την έγκαιρη και ψύχραιμη διαχείριση των
κρίσεων.
Πάνω από όλα, όμως, απαιτείται η αποφυγή
ακραίων …«παιδαγωγικών» συμπεριφορών. Περιστατικά όπως αυτό που είδε πρόσφατα
το φως της δημοσιότητας στη Βόρεια Ελλάδα, όπου εκπαιδευτικός έκλεισε με ταινία
το στόμα μαθητή, είναι απαράδεκτα. Τέτοιες πρακτικές δικαιολογημένα εξαγριώνουν
τους εφήβους, κλονίζουν την εμπιστοσύνη τους προς το σχολείο και πυροδοτούν
έναν νέο κύκλο αντιδράσεων και βίας.
Στην προσπάθεια αυτή, οι συναντήσεις των
εκπαιδευτικών με τους γονείς είναι καθοριστικές, παρά τις αντικειμενικές
δυσκολίες που συχνά παρουσιάζουν. Η γόνιμη ανταλλαγή απόψεων, σε συνδυασμό με
τη στενή συνεργασία μεταξύ των συναδέλφων αλλά και της συμβουλευτικής ειδικών
επιστημόνων, προσφέρει τα απαραίτητα εργαλεία για μια ολοκληρωμένη κατανόηση
της προσωπικότητας των μαθητών και την πρακτική αντιμετώπιση των καθημερινών
προβλημάτων.
Από την άλλη πλευρά, τα εξωγενή
αίτια της νεανικής βίας εντοπίζονται κυρίως στην απομυθοποίηση και την
κρίση των κοινωνικών προτύπων εκτός σχολικού περιβάλλοντος. Οι έφηβοι
εισπράττουν καθημερινά αντιφατικά μηνύματα από θεσμούς που θα έπρεπε να
αποτελούν υποδείγματα συμπεριφοράς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι
εκπαιδευτικές επισκέψεις στη Βουλή των Ελλήνων. Εκεί, οι μαθητές γίνονται συχνά
μάρτυρες φωνασκιών, προσβλητικών εκφράσεων, ύβρεων και οξέων αντεγκλήσεων
μεταξύ των βουλευτών. Η παντελής έλλειψη σεβασμού προς το Κοινοβούλιο και το
νεαρό ακροατήριο λειτουργεί ως το χειρότερο δυνατό παράδειγμα. Ανάλογες
συμπεριφορές τοξικού φανατισμού παρατηρούνται και σε επίπεδο Τοπικής
Αυτοδιοίκησης, μεταξύ των δημοτικών παρατάξεων.
Το πρόβλημα βαθαίνει καθώς οι νέοι πληροφορούνται από την επικαιρότητα για αστυνομικούς μπλεγμένους σε κυκλώματα ναρκωτικών, ιερείς που κατηγορούνται για οικονομικές καταχρήσεις και λειτουργούς της εκπαίδευσης με ανάρμοστη διαγωγή. Όταν οι ίδιοι οι θεματοφύλακες του νόμου, της ηθικής και της γνώσης αποτυγχάνουν στον ρόλο τους, «διδάσκουν» άθελά τους την ανομία, προκαλώντας τον δίκαιο και καυστικό σχολιασμό των μαθητών.>>>>>>>>
Με βεβαιότητα, λοιπόν, μπορούμε να
υποστηρίξουμε ότι ο κόσμος των ενηλίκων, μέσα από τέτοιες συμπεριφορές,
παρασύρει τους εφήβους στον όλεθρο. Αυτή η αρνητική επίδραση ωθεί τους
ανηλίκους, είτε αυτόνομα είτε οργανωμένους σε ομάδες, στο να μετατρέπονται σε
μάστιγα για το κοινωνικό σύνολο, φτάνοντας ακόμα και στο σημείο να αφαιρέσουν
αθώες ζωές. Το παράδοξο είναι ότι εκείνοι που τους αποπροσανατόλισαν και τους
«όπλισαν» τα χέρια παραμένουν στο απυρόβλητο, ενώ οι ανήλικοι καλούνται να
πληρώσουν μόνοι τους το βαρύ τίμημα.
Είναι σαφές ότι η ποιότητα του χρόνου που
αφιερώνεται στο σπίτι καθορίζει την κοινωνική ένταξη του παιδιού. Όσον αφορά
τις παραδοσιακές «Σχολές Γονέων» με τις μαζικές διαλέξεις μοιάζουν πλέον
παρωχημένες και ελάχιστα προσφέρουν στις μέρες μας. Αντί αυτών, είναι ανάγκη να
οργανωθούν, με πρωτοβουλία των Δήμων, των Σχολείων και της Εκκλησίας,
ευέλικτες, ολιγομελείς βιωματικές ομάδες πέντε-έξι γονέων. Σε αυτές, η
θεματολογία θα καθορίζεται από τις ανησυχίες των ίδιων των συμμετεχόντων υπό
την καθοδήγηση εξειδικευμένων επιστημόνων. Στις συζητήσεις αυτών των μικρών
ομάδων πρέπει να κυριαρχούν δύο θεμελιώδεις αρχές:
· Η
δύναμη του παραδείγματος: Οι προέφηβοι και οι έφηβοι δεν ακούν
συμβουλές, μιμούνται συμπεριφορές.
· Η
αναγκαιότητα των ορίων: Γονείς χωρίς όρια δεν μπορούν να επιβάλουν
όρια στα παιδιά τους. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να δικαιολογούν τυφλά τις
πράξεις τους, αγνοώντας τις συνέπειες.
Συμπερασματικά, ένα παιδί χωρίς αγωγή μοιάζει με χωράφι που μένει ακαλλιέργητο και εγκαταλελειμμένο Όπως εκείνο θα γεμίσει αναπόφευκτα με αγριόχορτα και αγκάθια, έτσι και στην ψυχή του αφρόντιστου παιδιού θα θεριέψουν τα αντικοινωνικά ένστικτα και η επιθετικότητα. Γι’ αυτό, η αποτελεσματική αντιμετώπιση της νεανικής βίας βασίζεται στην πρόληψη. Η έγκαιρη συνεργασία της οικογένειας και του σχολείου με εξειδικευμένες δομές και επιστήμονες (ψυχολόγους, παιδοψυχίατρους, παιδαγωγούς, θεατρολόγους) μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα, διασφαλίζοντας ότι η προστασία και η ενθάρρυνση θα συμβαδίζουν πάντα με τα όρια και τον σωφρονισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου