Αναρτήθηκε για πρώτη φορά στο blog τον Μάρτιο του 2009...
25η Μαρτίου 1957 στην Ερμιόνη
Φίλοι μου αναγνώστες. Πολλές φορές αισθάνομαι την ανάγκη να γυρίσω την σκέψη μου πίσω στα παλιά και να «ξετυλίξω το κουβάρι του παρελθόντος...» Σαν κινηματογραφική ταινία λοιπόν ξεδιπλώνονται μπροστά μου θύμισες από τα παιδικά μου χρόνια τα οποία βέβαια δε συγκρίνονται με τα σημερινά, χρόνια του άκρατου καταναλωτισμού και της πληθώρας των αγαθών, αλλά που οι γονείς μας αν και αμόρφωτοι οι περισσότεροι, είχαν μια έμφυτη φιλοσοφία και αντίληψη για τις δυσκολίες της ζωής και τα προβλήματα και την ανέχεια, τα προσεγγίζανε διαφορετικά από τους σημερινούς γονείς.
Θεωρώ πως τα κατάφεραν εν τέλει καλύτερα από μάς...
Ήταν λοιπόν παραμονές της 25ης Μαρτίου 1957 και ήμουν μαθητής της ΣΤ΄ Δημοτικού σχολείου Ερμιόνης. Από τον δάσκαλό μας τον αείμνηστο Μιχαήλ Παπαβασιλείου είχα επιλεγεί με το συμμαθητή μου Γιάννη Μιχ. Σπετσιώτη να απαγγείλουμε τα ποιήματα εν όψει της Εθνικής εορτής. Ο Γιάννης στον Ι.Ν. των Ταξιαρχών, που αυτά τα χρόνια η απαγγελία των ποιημάτων και η ομιλία του πανηγυρικού της εθνικής επετείου γίνονταν από τον άμβωνα του ναού και εγώ στο μνημείο των Πεσόντων Ηρώων.
Ήταν όμως επιβεβλημένο από τη σχολική κοινότητα αυτούς τους χρόνους, οι μαθητές που θα απήγγειλαν ποιήματα στους πιο πάνω χώρους να ήταν ντυμένοι με τις παραδοσιακές στολές των αγωνιστών της επανάστασης.
Έτσι αρκετές μέρες πριν την Εθνική εορτή, περπατώντας επισκέφθηκα όλα τα στανοτόπια και τις καλύβες των Αρκάδων κτηνοτρόφων προς αναζήτηση αυτής της στολής. Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτές τις επισκέψεις που κρατούσαν αρκετές μέρες. Αυτή τη στιγμή που γράφω έρχεται στη μνήμη μου η εικόνα την ώρα που γριές γυναίκες ανοίγανε τα σεντούκια τους όπου φύλαγαν σαν ιερά κειμήλια διάφορα μέρη της στολής των ανδρών τους. Θυμάμαι στα Δημαρακέϊκα κοντά στο «Καταφύκι», μου έδωσαν μια φουστανέλα πολύπτυχη και ένα σελάχι παρά πολύ μεγάλο. Άλλη ημέρα σε άλλο στανοτόπι βρήκα τσαρούχια και πουκαμίσα. Αλλού βρήκα φέσι φουντωτό και γιλέκο, αλλού κάλτσες με κορδόνια, μέχρι που συμπληρώθηκε η στολή. Ωστόσο κάποια θέλανε πλύσιμο. Το σελάχι το βερνίκωσε η αείμνηστη μητέρα μου επιμελήθηκε και τα άλλα μερή της ενδυμασίας και την ημέρα της γιορτής όλα ήσαν έτοιμα.
Αυτή η αναφορά μου σκοπό έχει να γυρίσουμε πίσω σ’ αυτά τα χρόνια, να τα συγκρίνουμε με τα σημερινά χρόνια της ακατάσχετης κατανάλωσης, η οποία τελικά μας οδήγησε σ’ αυτό το οικονομικό και ηθικό αδιέξοδο. Είναι ίσως μια ευκαιρία για τους νέους μας να μάθουν, σε τι συνθήκες μεγάλωσαν οι γονείς τους και οι παππουδες τους, να τις συγκρίνουν με αυτές που μεγαλώνουν αυτοί σήμερα και που τελικά δεν αισθάνονται και ευτυχισμένοι. Ωστόσο, βέβαια, πάλι σε μας επιστρέφει η ευθύνη που πάρα πολλές φορές λέγαμε: "Δε θέλω τα παιδιά μου να περάσουν αυτά που πέρασα εγώ!!"
........................................................................................................................................
«Ευαγγελίζου γη»
του Στ. Σπεράτζα
« Καν σάλπισμα, που πέρασε απ’ ανατολή σε δύση, καν μια κραυγή, καν μια στριγκιά φωνή με είχε ξυπνήσει, απ’ τον όρθρο το βαθύ».
« Σήκω μου φώναξε. Ξανά με τ’ άρματα ζωσμένα, βγήκαν και παν κοπαδιαστές οι σκιές του εικοσιένα και ο κόσμος ακλουθεί»
«Κι’ έτρεξα μες στο ημίφωτο του λόγγου. Κρύφιο μέρος. Στη συνοδεία, που στάθηκε, τώρα μιλεί ένας γέρος, που άμφια χρυσά φορεί»
Και λέει: « Ψηλά το λάβαρο που δίνω σας κρατείστε. Παιδιά είστε των προγόνων σας. Για την Ελλάδα ορμήστε, που χρόνους καρτερεί»
«Κι’ οι σκιές, στο κάμπο να, όρμησαν σαν χείμαρρος που αφρίζει. Κι’ αυτόν με τ’ άμφια τα χρυσά τον είδα να δακρύζει και να τις ευλογεί»
«Κι’ άκουσα το Μαρτιάτικο πουλί να τραγουδάει. –« Χαρείτε μιαν Ανάσταση τα ελεύθερα πελάη κι’ ευαγγελίζου γη»
...............................................................................................
σ.σ. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι του αείμνηστου Στέφου Αλεξανδρίδη
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΔΑΜΑΛΙΤΗΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου